Πρώτοι σε χρόνο εργασίας, ουραγοί σε παραγωγικότητα

AP Images

Οι Έλληνες… λιώνουν στη δουλειά, έχοντας το ρεκόρ μεταξύ όλων των ανεπτυγμένων χωρών, αλλά είναι ουραγοί στην παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα η εργατικότητα να μην φέρνει και την αναμενόμενη βελτίωση εισοδημάτων και βιοτικού επιπέδου.

Σύμφωνα με στοιχεία παρατίθενται στη Συνοπτική Έκθεση του ΟΟΣΑ για τους Δείκτες Παραγωγικότητας, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα, οι Έλληνες εργάσθηκαν κατά μέσο όρο σχεδόν 1.900 ώρες το χρόνο, το 2016.

Αυτός ο αριθμός διαφέρει ελαφρώς από την εκτίμηση των εθνικών αρχών και προκύπτει από διόρθωση με βάση τη μεθοδολογία του ΟΟΣΑ. Με βάση αυτή τη διόρθωση, οι Έλληνες εργαζόμενοι περνούν στην πρώτη θέση στις χώρες του ΟΟΣΑ, με ετήσιο χρόνο εργασίας που ξεπερνά αρκετά τον αντίστοιχο χρόνο των Πολωνών.

hours_worked

Όμως, στην παραγωγικότητα της εργασίας οι Έλληνες βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης του ΟΟΣΑ, μπροστά μόνο από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ (Εσθονία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Πολωνία, Λετονία).

Όπως φαίνεται σε σχετικό γράφημα, όπου η παραγωγικότητα των επί μέρους οικονομιών παρουσιάζεται ως ποσοστό της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από το 60% της αντίστοιχης στις ΗΠΑ.

productivity

Το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία φαίνεται ότι συνδέεται στενά με τη χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα, που δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο το προσωπικό τους, αλλά και στο μόνιμο πρόβλημα κατεύθυνσης της ελληνικής οικονομίας σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας.

Όπως σημειώνει ο ΟΟΣΑ, η επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας περιορίζει τα περιθώρια βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Η παραγωγικότητα είναι τελικά ένα ζήτημα πιο έξυπνης εργασίας και όχι σκληρότερης εργασίας. Το πόσο «έξυπνη» είναι η εργασία μετριέται με βάση την παραγωγικότητα πολλαπλών παραγόντων (multifactor productivity). Αυτή αντικατοπτρίζει την ικανότητα των επιχειρήσεων να παράγουν περισσότερα αποτελέσματα, αξιοποιώντας καλύτερα τις εισροές μέσω νέων ιδεών, τεχνολογικών καινοτομιών, καθώς και μέσω διαδικαστικών και οργανωτικών καινοτομιών.

Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η απασχόληση αυξάνεται στις ανεπτυγμένες χώρες μέλη του, αλλά οι περισσότερες θέσεις εργασίας εξακολουθούν να δημιουργούνται σε δραστηριότητες σχετικά χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλής αμοιβής. Η τάση αυτή έχει εξασθενήσει την επίδραση των γενικά ασθενών επιχειρηματικών επενδύσεων στην αύξηση της παραγωγικότητας.

Η υποχώρηση των μισθών φαίνεται ότι επέτρεψε στις επιχειρήσεις να αναβάλουν τις αποφάσεις τους για νέες επενδύσεις. Αντί να επενδύσουν, προτιμούν να καλύπτουν την αύξηση της ζήτησης με την πρόσληψη περισσότερων εργαζομένων και αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει τις δυνατότητας αύξησης της παραγωγικότητας μέσω νέων επενδύσεων.

Στην Γαλλία, την Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι τρεις πρώτοι τομείς με τα μεγαλύτερα κέρδη απασχόλησης μεταξύ του 2010 και του 2017 αντιστοιχούσαν στο ένα τρίτο της συνολικής δημιουργίας θέσεων απασχόλησης, αλλά οι νέες θέσεις εργασίας είχαν μισθούς κάτω από το μέσο όρο. Επιπλέον, στο Βέλγιο, τη Φινλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία, οι βιομηχανίες με υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας από το μέσο όρο παρουσίασαν καθαρές απώλειες θέσεων εργασίας.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αύξηση των μισθών (προσαρμοσμένη για τον πληθωρισμό) βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια, αλλά παρέμεινε κάτω από τα επίπεδα που υπήρχαν πριν από την κρίση στα δύο τρίτα των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν πολύ κάτω από τα επίπεδα προ της κρίσης στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία και έχουν επίσης συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια στο Βέλγιο και τον Καναδά.

Οι περισσότερες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν σε τομής χαμηλότερης αμοιβής, όπως η στέγαση και η τροφοδοσία, η υγειονομική περίθαλψη και η φροντίδα των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να ασκείται πίεση στο μέσο όρο των αμοιβών στο σύνολο της οικονομίας.

Η έκθεση δείχνει επίσης ότι το μερίδιο των εισοδημάτων από την οικονομική δραστηριότητα που πηγαίνει στην εργασία μέσω των μισθών εξακολούθησε να μειώνεται τα τελευταία 15 χρόνια σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στη μεταποίηση. Μέχρι το 2017, οι σημαντικότερες μειώσεις σημειώθηκαν στην Ιρλανδία, την Πολωνία και την Πορτογαλία, αλλά τα μερίδια εισοδήματος εργατικού δυναμικού έχουν επίσης μειωθεί σημαντικά στην Αυστραλία, την Ουγγαρία, το Ισραήλ, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ.

Με το κόστος εργασίας να αρχίζει να αυξάνεται σε πολλές χώρες, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να αρχίσουν να επανεξετάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις, προσθέτει η έκθεση. Ωστόσο, οι πολιτικές αβεβαιότητες, οι εμπορικές εντάσεις και η διάβρωση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών μπορεί να συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά τις επενδύσεις.

Η έκθεση ζητά από τις κυβερνήσεις πολιτικές για την τόνωση των επενδύσεων, την αξιοποίηση της αποτελεσματικότητας και των οικονομιών κλίμακας που παρέχει ο ψηφιακός μετασχηματισμός και την ενθάρρυνση της ανάπτυξης δραστηριοτήτων υψηλής παραγωγικότητας.

ΣΧΕΤΙΚΑ