Citi: Εκτός «investment grade» ως το 2022 η Ελλάδα

Αδύναμους ρυθμούς ανάπτυξης, διατήρηση των αποδόσεων των ομολόγων στα σημερινά επίπεδα και ακατάλληλο έδαφος για επενδύσεις. Αυτά βλέπει η Citigroup για την Ελλάδα στη νέα της έκθεση για την πορεία της οικονομίας της χώρας μέχρι το 2022, η οποία είδε σήμερα το φως της δημοσιότητας και κάθε άλλο παρά αισιόδοξη δεν είναι.

Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η αμερικανική τράπεζα, μπορεί οι οίκοι αξιολόγησης να αναβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μέσα στο προσεχές διάστημα, ωστόσο οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν «δύσκολοι», ενώ δεν πιστεύει ότι το αξιόχρεο της Ελλάδας είναι σε θέση να ανέβει στην επενδυτική βαθμίδα (investment grade) πριν το 2022.

Παράλληλα, δεν βλέπει και κάποια ιδιαίτερη προοπτική ανάπτυξης, κάνοντας προβλέψεις για ρυθμούς 2,1% το 2018, οι οποίοι μάλιστα θα πέσουν στο 1,6% το 2019. Η συνέχεια, όμως, θα επιδεινωθεί έτι περαιτέρω με το ελληνικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 1,3% το 2020 και το 2021 και μόλις κατά 1,4% το 2022.

Αξίζει να σημειωθεί πως οι προβλέψεις αυτές, συμβαδίζουν εν πολλοίς με τις εκτιμήσεις Κομισιόν και ΔΝΤ για ανάπτυξη κοντά στο 1% με 1,5% μετά το 2020 ενώ τονίζεται πως γίνονται με γνώμονα και την εκτίμηση ότι η ανάπτυξη συνολικά στην ευρωζώνη θα ακολουθήσει πτωτική τροχιά.

Ασθενικός αναμένεται να είναι και ο πληθωρισμός, το οποίο μεταφράζεται ως αδυναμία αυξήσεως στους μισθούς και δυνατότητα στις επιχειρήσεις να αυξήσουν τις τιμές τους. Για φέτος δε, υπολογίζεται στο 0,7% στην Ελλάδα, την ώρα που στην Ευρωζώνη προσεγγίζει το 2%, ενώ το 2019 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,1% και την αμέσως επόμενη στο 1,4%. Καλύτερη θα είναι η εικόνα τη διετία 2021-2022 με τον πληθωρισμό στο 1,7% και 2% αντίστοιχα.

Σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους, αυτή «εξαρτάται από την πολιτική» τονίζουν. Η υποτονική εικόνα της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι αυτό που εξακολουθεί να καθιστά αμφίβολη τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους, ακόμα και μετά τη συμφωνία ελάφρυνσης που επετεύχθη στο Eurogroup. Ωστόσο, με το 80% του δημόσιου χρέους να βρίσκεται στα «χέρια» των πιστωτών και το μερίδιο αυτό να αναμένεται να μειωθεί πολύ αργά την επόμενη δεκαετία, περισσότερο η πολιτική παρά η οικονομία θα καθορίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του. Η προθυμία των Ευρωπαίων πιστωτών να στηρίξουν την Ελλάδα - ενδεχομένως επιτρέποντας λιγότερο επιθετικούς / φιλόδοξους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα εάν οι σημερινοί αποδειχθούν ανέφικτοι - θα παραμείνει κρίσιμη για την αξιολόγηση της ικανότητας της Ελλάδας να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της.

Η Citi βλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% φέτος και 3,5% του ΑΕΠ το 2019. Εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει ελαφρώς στο 183% του ΑΕΠ το 2019 από 187% φέτος, στο 178% το 2020, θα βρεθεί έξι μονάδες χαμηλότερα ένα χρόνο αργότερα και θα είναι στο 166% του ΑΕΠ το 2022.

Κλείνοντας, σε ό,τι αφορά τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων οι οποίες και «καθορίζουν» την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Citigroup, θα κυμανθούν άνω του 4% έως το 2020 με μία ελαφρά βελτίωση το 2021 πριν επιδεινωθούν και πάλι το 2022.

Τα ελληνικά ομόλογα, εκτιμά η Citi, θα παραμείνουν εκτός επενδυτικού βαθμού για τα επόμενα 4 χρόνια τουλάχιστον.

ΣΧΕΤΙΚΑ