«Υψίστης σημασίας η ανάληψη επιπλέον δράσεων για τα NPEs»

Economista
ECONOMISTA
Γιάννης Στουρνάρας
Φωτό: Eurokinissi

Την ανάγκη «οι ελληνικές αρχές σύντομα να καταλήξουν σε μια ενιαία, συντονισμένη και συστημική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες των ίδιων των τραπεζών», υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας.

Ο διοικητής της ΤτΕ μιλώντας στη Φρανκφούρτη σε εκδήλωση που οργάνωσε η Ελληνική Ένωση Τραπεζών σε συνεργασία με την PwC, τόνισε ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιτύχει ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο ως προς τη μείωση του ποσοστού των ΜΕΔ στο σύνολο των δανείων, «ωστόσο, παρότι οι ρυθμοί μείωσης των ΜΕΔ μέσω πωλήσεων δανείων, διαγραφών και επιτυχών ρυθμίσεων μέχρι στιγμής επιτυγχάνουν πλήρως τους εποπτικούς στόχους που έχουν τεθεί, δεν αρκούν ώστε να επιτευχθεί σύντομα σύγκλιση του δείκτη των ΜΕΔ προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι ήδη κάτω του 4%».

«Η βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, μέσω της αποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, είναι η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ο τραπεζικός κλάδος. Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος όχι μόνο θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες, αλλά θα επιτρέψει και στα πιστωτικά ιδρύματα να απελευθερώσουν κεφάλαια, τα οποία θα μπορέσουν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, τα πιστωτικά ιδρύματα θα συμβάλουν στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης», σημείωσε.

Είναι «υψίστης σημασίας η ανάληψη επιπλέον ενεργειών από την πλευρά τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των ελληνικών αρχών, προκειμένου να στηριχθεί ο τραπεζικός τομέας και να δοθεί μια αποφασιστική και συστηματική λύση στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Έτσι, οι τράπεζες θα μπορέσουν να επικεντρωθούν σε καίρια ζητήματα που αφορούν το μέλλον: σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα, αναζήτηση νέων επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών και δραστηριοτήτων, νέες ψηφιακές και άλλες τεχνολογίες και, πάνω απ’ όλα, χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας», τόνισε ο κ. Στουρνάρας.

Αποτελεσματικότερη η λύση της ΤτΕ

«Πιστεύω ότι αποτελεσματική λύση προσφέρει η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (NPL&DTC carve-out), διότι αντιμετωπίζει με συστηματικό τρόπο δύο πολύ σημαντικά προβλήματα ταυτόχρονα: τα ΜΕΔ και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Αν παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση αποφασίσει να υιοθετήσει το πρόγραμμα εγγύησης στοιχείων ενεργητικού (APS), εμείς θα το υποστηρίξουμε, καθώς αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ιδεώδες θα ήταν να αξιολογηθούν και τα δύο προγράμματα και να παρουσιαστούν στις τράπεζες και τυχόν άλλες επιλογές, αρκεί να είναι συμβατές με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές», υπογράμμισε.

Τα κύρια στοιχεία και χαρακτηριστικά της πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος είναι τα εξής:

• Το προτεινόμενο σχήμα προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (Special Purpose Vehicles – SPVs). Τα δάνεια θα μεταβιβαστούν στην καθαρή λογιστική αξία (μετά από προβλέψεις). Το ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που θα μεταβιβαστεί θα αντιστοιχεί σε κάλυψη πρόσθετων ζημιών, ώστε οι αποτιμήσεις των εν λόγω δανείων να προσεγγίσουν τις τιμές της αγοράς. Εν συνεχεία, νομοθετική ρύθμιση θα ορίζει ότι η μεταβιβαζόμενη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα καταστεί αμετάκλητη απαίτηση των Εταιριών Ειδικού Σκοπού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής (σύμφωνα με τη διάρκεια της συναλλαγής).

• Για την κάλυψη του τιμήματος της μεταβίβασης, οι Εταιρίες Ειδικού Σκοπού θα προχωρήσουν σε έκδοση τιτλοποίησης που (ενδεικτικά) θα περιλαμβάνει τρεις τάξεις ομολογιακών τίτλων υψηλής (senior), μεσαίας (mezzanine) και μειωμένης εξασφάλισης (subordinated junior/equity).

• Η αποτίμηση των δανείων που θα μεταβιβαστούν θα ανατεθεί σε ανεξάρτητους τρίτους φορείς, ενώ την τελική δομή της συναλλαγής (συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της τιτλοποίησης (tranches) που θα αντιστοιχούν στις τρεις τάξεις των ομολογιακών τίτλων) θα καθορίσουν οι συντονιστές της τιτλοποίησης (arrangers), λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Αναμένεται ότι ιδιώτες επενδυτές θα απορροφήσουν μέρος της ανώτερης τάξης τίτλων (senior) και τη μεγάλη πλειονότητα της ενδιάμεσης τάξης (mezzanine).

• Τη διαχείριση του σχήματος θα αναλάβουν αποκλειστικά ιδιώτες επενδυτές (εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και προφανώς θα υπάρχει διαχωρισμός ανά κατηγορία δανειακών απαιτήσεων για κάθε συναλλαγή και πράξη διαχείρισης (απαιτήσεις από επιχειρηματικά, στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια κ.λπ.). Γίνεται αντιληπτό ότι η ανάθεση στους φορείς διαχείρισης θα γίνει κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας και το πλαίσιο διαχείρισης των εν λόγω απαιτήσεων θα ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς πρακτικές διαφάνειας και εποπτείας.

Επισημαίνεται ότι, πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής, οι τράπεζες θα καλούνται να προχωρήσουν, σε συνεννόηση με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε επαναπροσδιορισμό των στόχων τους για τη μείωση των ΜΕΔ, με απώτερο σκοπό την επίτευξη μονοψήφιου ποσοστού ΜΕΔ εντός τριετίας.

Επιτρέψτε μου να δώσω ένα τελείως ενδεικτικό παράδειγμα, που μπορεί να δώσει μια εκτίμηση της άμεσης επίδρασης από τη μεταβίβαση ΜΕΔ ύψους περίπου 40 δισεκ. ευρώ, δηλαδή του συνόλου των καταγγελμένων δανείων, μαζί με αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις ύψους 7,4 δισεκ. ευρώ. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι (σύμφωνα με στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2018) αναμένονται τα ακόλουθα αποτελέσματα:

• Μείωση του αποθέματος ΜΕΔ κατά 47%.

• Μείωση του δείκτη κάλυψης από προβλέψεις σε 41% από 49%.

• Διψήφιοι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας για όλες τις συστημικές τράπεζες. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη τις θετικές επιδράσεις από την ανακατανομή του προσωπικού, την ενίσχυση των εσόδων προ φόρων και την πιθανή προσαρμογή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού με βάση τα νέα δεδομένα αναληφθέντων κινδύνων όπως θα διαμορφωθούν μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής.

• Μείωση του ποσοστού των DTC στα εποπτικά κεφάλαια από 57% σε 30%.

• Βελτίωση της διαχείρισης των ΜΕΔ καθώς οι Εταιρίες Ειδικού Σκοπού θα αναλαμβάνουν και θα διαχειρίζονται κυρίως καταγγελμένες απαιτήσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ