Φόβοι για παρενέργειες από το νέο βασικό μισθό

Φώτο: Shutterstock

Ανησυχίες για σοβαρές παρενέργειες στην οικονομία από τη μεγάλη αύξηση του βασικού μισθού που αποφάσισε η κυβέρνηση διατυπώνουν αναλυτές, ενώ το ΙΟΒΕ τονίζει ότι η αύξηση αμοιβών θα είχε καλύτερα αποτελέσματα αν γινόταν με έμμεσο τρόπο, με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Χωρίς να αναφερθεί ευθέως στις αποφάσεις της κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11%, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, υπογράμμισε σε χθεσινή του ομιλία την ανάγκη η αύξηση των μισθών να συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ώστε να διασφαλιστούν τα οφέλη σε όρους ανταγωνιστικότητας αλλά και αύξησης της απασχόλησης από την επίπονη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της περιόδου από το 2010 μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αύξηση των αποδοχών των χαμηλόμισθων εργαζομένων, που για τους νέους κάτω των 25 ετών θα είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού καταργείται ο υποκατώτατος μισθός, θα οδηγήσει φέτος σε μια συνολική αύξηση των μισθών της τάξεως του 3%, ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας.

Σε σημείωμά της, η Citigroup αναφέρει ότι μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού, περίπου 20% του συνόλου των εργαζομένων, αμείβονται με το βασικό μισθό, ο οποίος πάντως παραμένει σε αρκετά χαμηλά επίπεδα ακόμη και μετά την αύξηση που θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου, αντιστοιχώντας περίπου στο 50% του μέσου μισθού. Οι αναλυτές της τράπεζες υπενθυμίζουν ότι ο κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 22% το 2012 στα 586 ευρώ το μήνα, στο πλαίσιο του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας, και παρέμεινε έκτοτε αμετάβλητος.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει υποτονική και υπάρχει μεγάλο παραγωγικό κενό. Έτσι, οι μισθολογικές αυξήσεις για τους χαμηλότερης ειδίκευσης εργαζόμενους ενδέχεται να εμποδίσουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όπως υπογραμμίζει η τράπεζα.

Πέρα από τον κίνδυνο να επιβραδυνθεί η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η μείωση του ποσοστού της ανεργίας, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι είναι πολύ σοβαρό το ενδεχόμενο να διογκωθεί η γκρίζα οικονομία και να υποκατασταθεί περαιτέρω η πλήρης απασχόληση από ευέλικτες μορφές εργασίας.

Όπως τόνισε χθες ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, θα έπρεπε να επιλέξει την οδό της αύξησης των αμοιβών μέσω της μείωσης των εισφορών. «Σε μια συγκυρία», τόνισε, «όπου το ζητούμενο είναι η αύξηση της παραγωγής, των εξαγωγών και των επενδύσεων, θα περίμενε κανείς μιας διαφορετική αντιμετώπιση για να στηριχθούν οι χαμηλό μισθοί, όπως το να περιορισθεί το μη μισθολογικό κόστος, ώστε η επιβάρυνση να μην πέφτει στις πλάτες των επιχειρήσεων και να δημιουργούνται κίνητρα για μαύρη εργασία και αύξηση της ανεργίας».

Σύμφωνα με τον κ. Βέττα, η αύξηση 11% έως 27% (για τους νέους) του κατώτατου μισθού ξεπερνά τις αντοχές της οικονομίας και θα προκαλέσει στροφή προς τη μαύρη εργασία. Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ επισήμανε ότι η στροφή προς τη γκρίζα οικονομία θα επιβαρύνει τόσο το δημόσιο ταμείο, όσο και τους πιο αδύναμους, τους οποίους υποτίθεται ότι θέλει ακριβώς να βοηθήσει αυτή η απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού.

Ειδικότερα, είναι ο υπαρκτός κίνδυνος μια επιχείρηση να αρχίσει από εδώ και πέρα να αναγκάζει τους εργαζομένους της να δηλώνουν ότι απασχολούνται με μερική και όχι με πλήρη απασχόληση. Τέτοιες συμπεριφορές στην αγορά μπορεί να αυξηθούν, καθώς μάλιστα οι περισσότεροι από όσους αμείβονται με κατώτατο μισθό, απασχολούνται κυρίως στη τεράστια κατηγορία των ευέλικτων μορφών εργασίας.

Σύμφωνα με στοιχεία από το σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», που επικαλέσθηκε ο κ. Βέττας, με κατώτατο μισθό αμείβεται το 35% όσων εργάζονται με μερικό καθεστώς απασχόλησης, έναντι μόλις 14% όσων εργάζονται με πλήρη απασχόληση.

ΣΧΕΤΙΚΑ