Alpha Bank: Οι Επιπτώσεις στο Διεθνές Εμπόριο και την Οικονομία από την γεωπολιτική αναταραχή στην Ερυθρά Θάλασσα

NEWSROOM
επιθεση σε τανκερ
Φωτογραφία Αρχείου-AP Images

Η Ερυθρά Θάλασσα είναι μία από τις κύριες εμπορικές οδούς μεταξύ της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης

Περισσότερο από το 80% του όγκου του διεθνούς εμπορίου μεταφέρεται δια θαλάσσης και, όπως δείχνει η τρέχουσα κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα (επιθέσεις των Χούθι, εμπλοκή ΗΠΑ και Βρετανίας στην Υεμένη), οι διαταραχές στις θαλάσσιες οδούς μπορούν να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο και την οικονομία. Η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα παρέχει, επίσης, μια ένδειξη για το πόσο σημαντικό ρόλο ενδέχεται να διαδραματίσουν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι στο άμεσο μέλλον. Προς επίρρωση αυτού του επιχειρήματος, πρόσφατη έρευνα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WorldEconomicForum, The Global Risks Report 2024, 19thEdition, January), η οποία διεξήχθη πριν από το ξέσπασμα της κρίσης στην Ερυθρά Θάλασσα, κατατάσσει την κλιμάκωση ή το ξέσπασμα των διακρατικών, ένοπλων συγκρούσεων ως έναν από τους πέντε κορυφαίους κινδύνους για το 2024.

Σήμερα, η Ερυθρά Θάλασσα είναι μία από τις κύριες εμπορικές οδούς μεταξύ της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης, με τη ναυτιλιακή εταιρεία Clarksons  (Red Sea Attacks: Managing Disruption, 21.12.2023) να εκτιμά ότι το 10% του παγκόσμιου εμπορίου, σε όγκο, πραγματοποιείται μέσω αυτής της διαδρομής. Η ένταση, η διάρκεια και το ενδεχόμενο άλλων παρόμοιων αναταραχών (π.χ. στην Βορειανατολική Αφρική) προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στις αγορές, με αποτέλεσμα πιθανές καθυστερήσεις και επιβάρυνση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων με υψηλότερο κόστος. Με τους θαλάσσιους μεταφορείς (φορτηγά πλοία) να αναγκάζονται να ακολουθήσουν εναλλακτικές διαδρομές, που προσθέτουν μία εβδομάδα ή και περισσότερο χρόνο στα δρομολόγια, οι καθυστερήσεις δημιουργούν συμφόρηση στις πύλες εισόδου των λιμανιών (διαδικασία ελλιμενισμού), με φυσικό επακόλουθο να αναδιαμορφώνουν και τις χερσαίες μεταφορές.

Το 2024, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες αναμένεται να λειτουργήσουν σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τις διαταραχές σε δύο από τους πιο κρίσιμους εμπορικούς διαδρόμους του κόσμου -τη διώρυγα του Παναμά (εξαιτίας της έλλειψης νερού ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής) και της διώρυγας του Σουέζ στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι γεωπολιτικές εντάσεις θα παίξουν σημαντικότερο ρόλο στις προμήθειες αγαθών και τη διανομή προϊόντων, ενώ αναμφισβήτητα θα προκαλέσουν αυξήσεις των ναύλων. Ενδεικτικά, οι τιμές των εμπορευματοκιβωτίων (κοντέινερ) 40 ποδιών, δηλαδή περίπου 12 μέτρων, από την Σαγκάη στο Ρότερνταμ αυξήθηκαν, στις 11 Ιανουαρίου σε σύγκριση με τα τέλη του 2023, άνω του 160%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2022. Αντίστοιχη αύξηση καταγράφηκε και για το δρομολόγιο από την Σαγκάη στην Γένοβα αλλά και σε άλλα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης και των ΗΠΑ (Γράφημα 3).

Η μεταφορά προϊόντων, συνεπώς, καθίσταται και πάλι περισσότερο δαπανηρή, λίγα έτη μετά από την περίοδο της πανδημίας, κατά τη διάρκεια της οποίας, οι τιμές των ναύλων για τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων «εκτοξεύτηκαν» σε υψηλά επίπεδα.

Ο αντίκτυπος των γεωπολιτικών αναταραχών στην παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο θα εξαρτηθεί τόσο από τη διάρκεια, όσο και από την έντασή τους. Οι πιο σημαντικοί κίνδυνοι συνοψίζονται στα εξής:

  • Ο αυξημένος χρόνος αποστολής, το αυξημένο κόστος ασφάλισης για τις επιχειρήσεις και το υψηλότερο κόστος καυσίμων προβληματίζουν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, σε περίπτωση καθυστέρησης της διαδικασίας αποπληθωρισμού, η οποία, φυσικά, θα έχει σημαντικές προεκτάσεις στη νομισματική πολιτική. Η συμφόρηση στα λιμάνια, οι εκτροπές δρομολογίων των πλοίων, η μείωση της διαθεσιμότητας των πλοίων και η αύξηση των λειτουργικών εξόδων θα προκαλέσουν πληθωριστικές πιέσεις. Οι ναυτιλιακές εταιρείες είναι πιθανό να μετακυλήσουν οποιαδήποτε αύξηση των τιμών στους καταναλωτές, για να αποφύγουν σημαντικές απώλειες. Αυτό θα εμποδίσει τις προσπάθειες των αρμοδίων να τιθασεύσουν τις αυξανόμενες τιμές, σε ένα περιβάλλον ήδη υψηλού πληθωρισμού.
  • Η αναζήτηση εναλλακτικών θαλάσσιων οδών, εξαιτίας των αναταραχών στην Ερυθρά Θάλασσα, αυξάνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κλάδου της ναυτιλίας, το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο 3% του συνόλου των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (Review of Maritime Transport 2023, UNCTAD), επηρεάζοντας, κατ’ επέκταση, τα κριτήρια περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνησης (ESG), που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις. Ειδικότερα, τα περιβαλλοντικά κριτήρια αξιολογούν τις προσπάθειες μίας εταιρείας να ελαχιστοποιήσει το οικολογικό της αποτύπωμα, μέσω της υπεύθυνης διαχείρισης των πόρων και της μείωσης της ρύπανσης. Επίσης, αυτά τα κριτήρια μπορούν να επηρεάσουν τις μακροπρόθεσμες επιδόσεις μίας εταιρείας και την αξία για τους μετόχους και τους εργαζόμενους. Η εναλλακτική διαδρομή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος δεν είναι μόνο μεγαλύτερη από τη διαδρομή μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και της Διώρυγας του Σουέζ, αλλά απαιτεί, επιπλέον, μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμων, λόγω της απόστασης, άρα το αποτύπωμα άνθρακα της ναυτιλιακής βιομηχανίας θα αυξηθεί.

Συνοψίζοντας, η πρόσφατη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, με τις προεκτάσεις της, που έρχεται να προστεθεί στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, έχει αυξήσει κατακόρυφα τους γεωπολιτικούς κινδύνους (Γράφημα 4α), καθιστώντας τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, ιδιαίτερα μέσω των πλωτών διαδρομών, πιο ευάλωτες σε διαταραχές. Επομένως, τα γεωπολιτικά επεισόδια θα επηρεάσουν το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών και το 2024, το οποίο, ήδη, το 2023, συρρικνώθηκε κατά 2,2% (Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές, Παγκόσμια Τράπεζα, Ιανουάριος 2024), αντανακλώντας την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, και δη, την επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής (Γράφημα 4β). 

Τέλος, η αναθέρμανση αυτών των συγκρούσεων θα μπορούσε να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις, όχι μόνο στις αγορές εμπορευμάτων αλλά και στις χρηματοπιστωτικές αγορές και, επιπλέον, θα μπορούσε να διαταραχθεί ο ενεργειακός εφοδιασμός, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών της ενέργειας. Αυτό θα είχε δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλες τιμές βασικών εμπορευμάτων, εντείνοντας την οικονομική αβεβαιότητα, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να αποθαρρύνει την επενδυτική δραστηριότητα και να οδηγήσει σε περαιτέρω επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης.

ΣΧΕΤΙΚΑ