Alpha Bank: Η «ακτινογραφία» των ΜμΕ στην Ελλάδα - Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα

NEWSROOM
Alpha bank- Φωτογραφία Eurokinissi-ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Alpha bank- Φωτογραφία Eurokinissi-ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Tις επιδόσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) με βάση το μέγεθός τους και ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και τη διαχρονική εξέλιξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει προκειμένου να καλύψει τις απώλειες που υπέστη την περασμένη δεκαετία σε όρους παραγωγικότητας, εξετάζει ανάλυση της Alpha Bank.

Ένα σημαντικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η παραγωγικότητα είναι συνάρτηση του μεγέθους των επιχειρήσεων. Η αύξηση, συνεπώς, του μέσου μεγέθους των ΜμΕ θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικές οικονομίες κλίμακας, με τα νέα, μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα να έχουν, ceteris paribus, υψηλότερη πιστοληπτική επιφάνεια και τη δυνατότητα να επενδύσουν σε τομείς που θα ενισχύσουν περαιτέρω την παραγωγικότητά τους, καθιστώντας τα πιο ανταγωνιστικά.

Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα το 2022

Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις συνιστούν την επικρατούσα μορφή επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα μας, αποτελώντας, το 2022, το 94,4% των επιχειρήσεων, έναντι 5% των μικρών, 0,5% των μεσαίων και 0,1% των μεγάλων επιχειρήσεων. Τα μερίδια των απασχολούμενων κυρίως στις πολύ μικρές και δευτερευόντως στις μικρές επιχειρήσεις είναι υψηλότερα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ αντίστροφη είναι η εικόνα στις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις. Η εικόνα ωστόσο διαφοροποιείται σε όρους ΑΠΑ, με τα μερίδια να είναι υψηλότερα στην Ελλάδα σε σύγκριση με την ΕΕ-27 στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και χαμηλότερα στις πολύ μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις.

Όσον αφορά στις επιδόσεις ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας για το 2022, οι ΜμΕ που δραστηριοποιούνται στις υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν το 35,4% της συνολικής ΑΠΑ που παράγουν οι ΜμΕ, το 52% της απασχόλησης, ενώ και σε πλήθος υπερβαίνουν το ήμισυ των συνολικών ΜμΕ της χώρας μας (52,4%). Σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27, το μερίδιο της απασχόλησης σε ΜμΕ στις υπηρεσίες είναι κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο στην Ελλάδα, αλλά η συνεισφορά στην ΑΠΑ υπολείπεται κατά 4,6 ποσοστιαίες μονάδες στη χώρα μας. Στο εμπόριο, η συνεισφορά των ΜμΕ είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο, τόσο σε όρους ΑΠΑ (33,5% έναντι 24,5%), όσο και απασχόλησης (25,2% έναντι 23,6%) και αριθμού επιχειρήσεων (28,8% έναντι 23,6%). Αντίθετη είναι η εικόνα στις κατασκευές, με τη συνεισφορά των ΜμΕ να υπολείπεται σημαντικά έναντι της ΕΕ-27 και στις τρεις κατηγορίες, ως απόρροια της ραγδαίας συρρίκνωσης του κλάδου που συντελέστηκε την προηγούμενη δεκαετία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας. Αξίζει να αναφερθεί ότι ενώ το 2008 δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα περίπου 137 χιλ. ΜμΕ στον κατασκευαστικό κλάδο (16% επί του συνόλου των ΜμΕ), το 2022 ο αριθμός τους είχε υποχωρήσει σημαντικά σε 63,6 χιλ. (8,7% επί του συνόλου των ΜμΕ), ακολουθώντας, ωστόσο, μια ήπια αυξητική τάση από το 2019. Τέλος, η συνεισφορά των ΜμΕ της μεταποίησης είναι παρόμοια στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ότι αφορά στο παραγόμενο προϊόν και τον αριθμό των επιχειρήσεων, αλλά υπολείπεται σε όρους απασχολούμενων.

Διαχρονική εξέλιξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, παραγωγικότητα και προκλήσεις

Μετά την αποδυνάμωση της επιχειρηματικότητας τα χρόνια της ύφεσης την περασμένη δεκαετία, από το 2014 και μετά, οι μικρές επιχειρήσεις (10-49 απασχολούμενοι) ανέκαμψαν γρήγορα σε αριθμό και απασχολούμενους, ξεπερνώντας από το 2017 τα επίπεδα του 2008. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι το 2008 δραστηριοποιούνταν 25,4 χιλ. μικρές επιχειρήσεις με 487 χιλ. απασχολούμενους, ενώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Annual Report on European SMEs 2022/2023), το 2022 ο αριθμός τους διαμορφώθηκε σε 36,8 χιλ. με περίπου 648 χιλ. απασχολούμενους. Ωστόσο, η παραγωγή προστιθέμενης αξίας το 2022 (Ευρώ 12,8 δισ., σε τρέχουσες τιμές) υπολείπεται σημαντικά του 2008 (Ευρώ 16,6 δισ., σε τρέχουσες τιμές), γεγονός που υποδηλώνει ότι η παραγωγικότητα των μικρών επιχειρήσεων, η οποία ορίζεται ως η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, δεν έχει κατορθώσει να επανέλθει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την οικονομική κρίση. Η υστέρηση της παραγωγικότητας σε σύγκριση με το 2008 αφορά και τις υπόλοιπες κατηγορίες της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, δηλαδή τις πολύ μικρές (0-9 απασχολούμενοι) και μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 απασχολούμενοι). Επιπρόσθετα, η μέση παραγωγικότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων είναι σημαντικά χαμηλότερη έναντι των μεγάλων επιχειρήσεων. Μολονότι αυτό παρατηρείται και στην ΕΕ-27, στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα έντονο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2020, η παραγωγικότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα ήταν μόλις στο 17% της παραγωγικότητας των μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ-27 ήταν 48%

Τούτων δοθέντων, μια σημαντική πρόκληση για τις ΜμΕ είναι η αύξηση της παραγωγικότητάς τους. Αυτό προσδοκάται ότι θα προέλθει μέσω της ανόδου των επενδύσεων σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, σε συνδυασμό με την ψηφιοποίηση και την τεχνολογική αναβάθμιση που λαμβάνει χώρα με ιδιαίτερα έντονο ρυθμό μετά το ξέσπασμα της πανδημίας. Προς αυτή την κατεύθυνση, καθοριστικής σημασίας είναι η αξιοποίηση αναπτυξιακών εργαλείων όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ και η υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης. Σημειώνεται ότι από τα 392 επενδυτικά σχέδια που έχουν υποβληθεί στο δανειακό σκέλος του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (μέχρι 30.4.2023), τα 236 προέρχονται από ΜμΕ με τον συνολικό προϋπολογισμό τους να διαμορφώνεται στα Ευρώ 2,75 δισ. Επιπλέον, στο σκέλος των επιδοτήσεων, ο δεύτερος πυλώνας του Σχεδίου αφορά την ψηφιακή μετάβαση, μέρος του οποίου είναι ο ψηφιακός μετασχηματισμός των ΜμΕ με συνολικό προϋπολογισμό Ευρώ 375 εκατ.

Η αξιοποίηση αυτών των πόρων αναμένεται να συμβάλλει στη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην ψηφιοποίηση των ΜμΕ, ένα πεδίο στο οποίο η χώρα μας υστερεί. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (Digital Economy and Society Index-DESI), ο οποίος παρακολουθεί τις ψηφιακές επιδόσεις των κρατών-μελών της ΕΕ-27, το 2021 μόλις το 39% των ΜμΕ παρουσιάζουν τουλάχιστον το βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης έναντι 55 % που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ-27. Ωστόσο, σε άλλα πεδία η Ελλάδα έχει συγκλίνει ή ακόμα και υπερβεί τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, το 2021, το 20% των ΜμΕ πραγματοποίησαν πωλήσεις μέσω διαδικτύου (έναντι 18% στην ΕΕ-27), το 7% πραγματοποίησε ηλεκτρονικές πωλήσεις σε διασυνοριακό επίπεδο (έναντι 9% στην ΕΕ-27), ενώ το ηλεκτρονικό εμπόριο αντιπροσώπευσε το 11% του συνολικού κύκλου εργασιών των ΜμΕ (έναντι 12% στην ΕΕ-27). Γενικότερα, όσον αφορά στην ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 22η θέση στο σύνολο των 27 χωρών, υστερώντας σημαντικά έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου στη χρήση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών, όπως της τεχνητής νοημοσύνης (4% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα έναντι 8% στην ΕΕ-27) και του υπολογιστικού νέφους (17% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα έναντι 34% στην ΕΕ-27).

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (EIB Investment Survey 2022), το επιχειρηματικό περιβάλλον συνεχίζει να αποτελεί βασική ανησυχία των ΜμΕ προκειμένου να αυξήσουν την επενδυτική τους δραστηριότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 84% των ΜμΕ στην Ελλάδα αναφέρουν το θεσμικό πλαίσιο (business regulation) ως ένα σημαντικό εμπόδιο στην επενδυτική τους δραστηριότητα, έναντι 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

ΣΧΕΤΙΚΑ