ΤτΕ: Ανάπτυξη 2,5% το 2024 και το 2025 - Πληθωρισμός στο 4,1% το 2023

NEWSROOM
ΤτΕ: Ανάπτυξη 2,5% το 2024 και το 2025 - Πληθωρισμός στο 4,1% το 2023

Σημαντικά αναθεωρεί η Τράπεζα της Ελλάδος τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη το 2024, στην ενδιάμεση έκθεσή της για την ελληνική οικονομία. Ειδικότερα, η ΤτΕ αναμένει το ΑΕΠ να τρέξει με ρυθμό 2,5% (έναντι 3% των προηγούμενων προβλέψεών της) το 2024, όπως και το 2025 και και να υποχωρήσει ελαφρά στο 2,3% το 2026. Συνεπώς, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί με ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με την ευρωζώνη. Για το 2023 η ΤτΕ εκτιμάει ότι θα ολοκληρωθεί με την ελληνική οικονομία να έχει αναπτυχθεί κατά 2,4%.

Η προς τα κάτω αναθεώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης για το 2024 σε σχέση με την πρόβλεψη του Ιουνίου αντανακλά την προς τα κάτω αναθεώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης στην ευρωζώνη και την αναμενόμενη διατήρηση των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής σε υψηλό επίπεδο για μεγαλύτερο διάστημα. Βασικές κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας τα επόμενα έτη θα συνεχίσουν να είναι η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, ενώ η καθαρή συμβολή του εξωτερικού τομέα θα είναι οριακά αρνητική. Η νομισματική πολιτική εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να επιδρά συσταλτικά στην οικονομική δραστηριότητα, ενώ θετικά στην ανάπτυξη θα συμβάλουν οι επενδύσεις χάρη στους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η ανεργία εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 11,1% το 2023, ενώ σταδιακά θα αποκλιμακωθεί στο 8,2% το 2026. Η πορεία αυτή αντανακλά τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη. Όσον αφορά το κόστος εργασίας, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι τα επόμενα χρόνια, για το σύνολο της οικονομίας, οι ονομαστικές αμοιβές ανά απασχολούμενο θα αυξάνονται με ρυθμούς γύρω στο 5% ετησίως, ως αποτέλεσμα της στενότητας στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, η παραγωγι- κότητα της εργασίας για την οικονομία συνολικά εκτιμάται ότι θα αυξάνεται με χαμηλότερους ρυθμούς. Αυτές οι τάσεις θα ασκήσουν αυξητικές πιέσεις στο εργατικό κόστος και καθοδικές στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.

Ο πληθωρισμός, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, εκτιμάται ότι θα συνεχίσει την καθοδική του πορεία. Το 2023 αναμένεται να υποχωρήσει σε 4,1%, από 9,3% το 2022, αντανακλώντας τη μεγάλη μείωση των τιμών των ενεργειακών αγαθών. Μέχρι το τέλος της περιόδου πρόβλεψης, ο πληθωρισμός θα συγκλίνει προς το στόχο της ΕΚΤ (2%). Στην καθοδική πορεία του πληθωρισμού θα συμβάλουν όλες οι συνιστώσες του. O πυρήνας του πληθωρισμού εκτιμάται στο 5,3% το 2023, ενώ θα μειωθεί έντονα το 2024 και στη συνέχεια θα αποκλιμακώνεται σταθερά.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να περιοριστεί περαιτέρω το 2024, μεταξύ άλλων και λόγω της επιτάχυνσης της υλοποίησης του προγράμματος ΕΣΠΑ 2021- 2027 και της εκταμίευσης δύο δόσεων από το Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι οποίες θα βελτιώσουν τα ισοζύγια πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων. Επιπροσθέτως, οι μεταβιβάσεις κεφαλαιακού χαρακτήρα θα μειώσουν τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας, καθώς καταγράφονται στο ισοζύγιο κεφαλαίων. Ωστόσο, η ανάκαμψη των εγχώριων επενδύσεων θα οδηγήσει στην αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών, ενώ δεν αναμένεται περαιτέρω μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου καυσίμων το 2024, αφού οι διεθνείς τιμές των ενεργειακών αγαθών δεν εκτιμάται ότι θα μειωθούν κι άλλο.

Τράπεζα της Ελλάδος

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2024, προβλέπεται περαιτέρω αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος της γενικής κυβέρνησης σε 2,1% του ΑΕΠ το 2024, εξαιτίας της προβλεπόμενης αύξησης των εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές λόγω του ισχυρού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Επίσης προβλέπεται περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, κατά 8 ποσ. μον. του ΑΕΠ, σε 152,3% του ΑΕΠ το 2024, χάρη πρωτίστως στη μειωτική συμβολή, κατά 4,3 ποσ. μον. του ΑΕΠ, της διαφοράς μεταξύ του έμμεσου επιτοκίου και του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης (snowball effect) και δευτερευόντως στο πρωτογενές πλεόνασμα. Οι προβλέψεις είναι σύμφωνες με τους κανόνες του υφιστάμενου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που επανενεργοποιούνται από το 2024.

Σύμφωνα με την πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος, το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης το 2024 αναμένεται να διαμορφωθεί σε πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος σε 152,4% του ΑΕΠ.

Παρά την αύξηση των επιτοκίων κατά τη διάρκεια του 2023, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παραμένουν οριοθετημένοι μεσοπρόθεσμα, λόγω των ευνοϊκών όρων απο- πληρωμής των υποχρεώσεων προς τον επίσημο τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ότι θα αξιοποιούνται αποτελεσματικά οι ευρωπαϊκοί πόροι. Η αναμενόμενη καταγραφή των αναβαλλόμενων τόκων μέρους του δανείου του EFSF στο δημόσιο χρέος το 2033 και η σχεδιαζόμενη αποπληρωμή τους δεν προβλέπεται να δημιουργήσουν ση- μαντικούς κινδύνους βιωσιμότητας. Παρά την προβλεπόμενη προσωρινή τότε αναστολή της πτωτικής πορείας του λόγου χρέους/ΑΕΠ, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες δεν θα επι- βαρυνθούν σημαντικά (μπορεί να παραμείνουν χαμηλότερες από το όριο του 15% του ΑΕΠ), εφόσον η αποπληρωμή του συσσωρευμένου ποσού γίνει σε μεγάλο βάθος χρόνου. Για να επι- τευχθεί όμως αυτό, είναι απαραίτητη η άσκηση υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής και η συμμόρφωση με τους κανόνες του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου, καθώς και η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 2% του ΑΕΠ σε κυκλικά διορθωμένους όρους, που εξασφαλίζουν τη δημιουργία ικανών δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας.

Η παρούσα Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική υποβάλλεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται. Ωστόσο, κατά το 2023 αποδείχθηκε ανθεκτικότερη σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν στην αρχή του έτους. Παρατηρήθηκε όμως σημαντική ανομοιομορφία στις οικονομικές εξελίξεις. Η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, η σταδιακή απόσυρση της δημοσιονομικής στήριξης, ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, αν και μειούμενος, το υψηλό χρέος, οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και η εκ νέου αύξηση της αβεβαιότητας από τον Οκτώβριο λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή επιδρούν αρνητικά στην οικονομική δραστηριότητα και στις προσδοκίες. Ο παγκόσμιος πληθωρισμός, αν και συνεχίζει να υποχωρεί ως αποτέλεσμα της αύξησης των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής και της υποχώρησης των διεθνών τιμών των βασικών εμπορευμάτων, παραμένει σε υψηλά επίπεδα και οι δευτερογενείς επιδράσεις φαίνεται ότι ενσωματώνονται σταδιακά στον πυρήνα του. Οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση παραμένουν σημαντικοί.

Στην Ελλάδα η οικονομία συνέχισε κατά τη διάρκεια του 2023 να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό αλλά επιβραδυνόμενο ρυθμό. Ο γενικός πληθωρισμός σημείωσε σημαντική επιβράδυνση, πρωτίστως λόγω της συνεχιζόμενης υποχώρησης των τιμών των ενεργειακών αγαθών. Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2023 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,4%, να αυξηθεί οριακά στο 2,5% το 2024 και το 2025 και να υποχωρήσει ελαφρά στο 2,3% το 2026. Συνεπώς, η ελληνική οικονομία προ- βλέπεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με την ευρωζώνη. Η προς τα κάτω αναθεώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης για το 2024 σε σχέση με την πρόβλεψη του Ιουνίου (3) αντανακλά την προς τα κάτω αναθεώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης στην ευρωζώνη και την αναμενόμενη διατήρηση των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής σε υψηλό επίπεδο για μεγαλύτερο διάστημα. Βασικές κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας τα επόμενα έτη θα συνεχίσουν να είναι η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, ενώ η καθαρή συμβολή του εξωτερικού τομέα θα είναι οριακά αρνητική. Η νομισματική πολιτική εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να επιδρά συσταλτικά στην οικονομική δραστηριότητα, ενώ θετικά στην ανάπτυξη θα συμβάλουν οι επενδύσεις χάρη στους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Παρά την αύξηση των επιτοκίων κατά τη διάρκεια του 2023, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παραμένουν οριοθετημένοι μεσοπρόθεσμα, λόγω των ευνοϊκών όρων αποπληρωμής των υποχρεώσεων προς τον επίσημο τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ότι θα αξιοποιούνται αποτελεσματικά οι ευρωπαϊκοί πόροι. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα εκτιμάται αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς η σταδιακή αναχρηματοδότηση των δανειακών υποχρεώσεων προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς θα αυξήσει την έκθεση του Ελληνικού Δημοσίου στον επιτοκιακό κίνδυνο. Είναι επομένως απαραίτητη η άσκηση υπεύ- θυνης δημοσιονομικής πολιτικής και η συμμόρφωση με τους κανόνες του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου, καθώς και η δημιουργία ικανών δημοσιονομικών αποθεμάτων διαχρονικά, ώστε να υπάρχει δυνατότητα στήριξης της οικονομίας σε περιόδους κρίσης.

Οι σταθερά βελτιούμενες δημοσιονομικές επιδόσεις και η δέσμευση για την έγκαιρη υλοποίηση ενός φιλόδοξου επενδυτικού και μεταρρυθμιστικού προγράμματος συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η εξέλιξη αυτή μετριάζει τις επιπτώσεις της αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής στις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντική μείωση σε σχέση με τις αρχές του 2023, όπως και οι διαφορές των αποδόσεών τους έναντι άλλων κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης.

Τα τραπεζικά επιτόκια εξακολούθησαν να αυξάνονται κατά το πρώτο δεκάμηνο του 2023, σε συνέπεια με την αυστηροποίηση της κατεύθυνσης της ενιαίας νομισματικής πολιτικής. Οι συνολικές τραπεζικές καταθέσεις του εγχώριου ιδιωτικού τομέα σταθεροποιήθηκαν. Τέλος, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις επιβραδύνθηκε, γεγονός που συνδέεται με την άνοδο των δανειακών επιτοκίων κατά την επισκοπούμενη περίοδο, αλλά και με την επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ.

Η πρόοδος στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, η βελτίωση των βασικών δεικτών αποδοτικότητας και ρευστότητάς τους και η εκκίνηση της διαδικασίας αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) από το μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών υποδηλώνουν ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν για να αντιμετωπίσει πιθανές μελλοντικές αναταράξεις. Η αναβάθμιση της πιστολη- πτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική κατηγορία επιδρά θετικά στις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών, καθώς αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησής τους, συντελώντας στη συγκράτηση του αυξημένου κόστους δανεισμού τους από τις αγορές ομολόγων λόγω της αυστηροποίησης των νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών διεθνώς.

Η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί με ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με την ευρωζώνη εφέτος αλλά και τα επόμενα χρόνια, ενισχύοντας τη διαδικασία σύγκλισης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ με τα μέσα επίπεδα της ευρωζώνης. Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική κατηγορία εν μέσω συσσωρευμένης διεθνούς αβεβαιότητας λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και των αυξημένων χρηματοπιστωτικών κινδύνων αποτελεί αναμφισβήτητα ένα ορόσημο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να λειτουργήσει εφησυχαστικά, καθώς η δια- βάθμιση του Ελληνικού Δημοσίου υπολείπεται αισθητά της μέσης πιστοληπτικής αξιολόγησης των χωρών της ευρωζώνης. Συνεπώς απαιτείται υπευθυνότητα και συνέχιση της προσπάθειας ώστε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στην ασκούμενη οικονομική πολιτική και να συνεχιστούν οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η συνετή δημοσιονομική διαχείριση μέσω της επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων θα οδηγήσει στην ταχεία υποχώρηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, ακόμη και όταν υποχωρήσει ο πληθωρισμός στο επίπεδο του μεσοπρόθεσμου στόχου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παράλληλα, θα πρέπει να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις και να επιταχυνθεί η αξιο- ποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων που θα στηρίξουν την αύξηση των επενδύσεων και θα προωθήσουν επίσης την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να ενισχυθούν η παραγωγικότητα και οι ρυθμοί μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ