Η «ακτινογραφία» της συμφωνίας για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες

Φωτογραφία: Shutterstock

Με την επιφύλαξη των επίσημων κειμένων, καθώς ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, η συμφωνία για τους νέους δημοσιονομικούς που επιτεύχθηκε- πρωτοφανές για τα δεδομένα του ECOFIN- με τηλεδιάσκεψη, βρίσκει ικανοποιημένη την Αθήνα.

Κατ' αρχάς, η Ελλάδα κέρδισε την... ησυχία της, καθώς ο αναγκαίος βηματισμός για τη μείωση του Χρέους της κρίνεται ως απολύτως επιτεύξιμος, «κουμπώνει» με τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και σίγουρα είναι προτιμότερος από τους ισχύοντες κανόνες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΥΠΕΘΟ, με τους παλιούς κανόνες η Ελλάδα θα έπρεπε να μειώνει κάθε χρόνο της Χρέος κατά περίπου 5%, ενώ με τους νέους κανόνες δύσκολα θα πρέπει να ξεπερνάει το 1%.

Αρμόδιες πηγές σημειώνουν πως ούτως ή άλλως οι προβολές δείχνουν μείωση του Χρέους κατά περίπου 11 μονάδες του χρόνου, άλλες 8 μονάδες το 2025 κι άλλες 7,5 μονάδες το 2026, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι προτιμότεροι οι νέοι κανόνες. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένονται πολύ υψηλότεροι του μέσου ευρωπαϊκού όρου, όπως επίσης ότι προβλέπονται- ως στόχοι- πρωτογενή πλεονάσματα ως 2,5% μεσοπρόθεσμα, διασφαλίζουν την... ηρεμία μας.

Αναμφίβολα, το... κερασάκι στην τούρτα είναι η ρητή εξαίρεση από την ανάλυση της τροχιάς του Χρέους, των δαπανών για τους τόκους του 2ου Μνημονίου, που θα αρχίσουν να «τρέχουν» από το 2033 και θα ανεβάσουν το κόστος εξυπηρέτησης του Χρέους κοντά στο 20%.

Ο άλλος πυλώνας του νέου Συμφώνου Σταθερότητας έχει να κάνει με τους κανόνες το έλλειμμα. Το όριο του 3% διατηρείται και υπό τις παρούσες συνθήκες η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να ασχολείται, καθώς πλέον συζητάμε για υψηλά πλεονάσματα και όχι για διαχείριση δημοσιονομικής κρίσης. Υπάρχει, όμως, μια νέα ή μάλλον αναβαθμισμένη παράμετρος, που μπορεί να κάνει τη ζωή δύσκολη όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του υπόλοιπου μπλοκ.

Βασική παράμετρος στα 4ετή σχέδια που θα πρέπει να ακολουθούν τα κράτη- μέλη, είναι ο «κόφτης» στις «καθαρές» πρωτογενείς δαπάνες. Σε αυτό το σημείο, η ελληνική πλευρά πέτυχε μια σημαντική νίκη στις διαβουλεύσεις, έχοντας στο πλευρό της πολλούς συμμάχους, όπως η Γαλλία και η Πολωνία: οι αμυντικές δαπάνες, εφόσον ξεπερνούν το μέσο όρο της Ένωσης ή της τριετίας, δεν θα λαμβάνονται υπόψιν για τη διαδικασία του Υπερβολικού Ελλείμματος. Υπάρχει, όμως και μια παγίδα, που «μυρίζει» Γερμανία.

Κάθε χρόνο, οι Βρυξέλλες θα ενημερώνουν τις χώρες, ποια πρέπει να είναι η αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών τους την επόμενη χρονιά. Η αύξηση θα διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα και θα προκύπτει από μαθηματικό τύπο, ο οποίος θα βασίζεται στις προβλέψεις της Κομισιόν για το ΑΕΠ, τον πληθωρισμό κλπ. Αν σκεφτεί κανείς ότι η Κομισιόν υποεκτίμησε συστηματικά την ανάπτυξη της Ελλάδας, μπορεί να συμπεράνει ότι αυτή η αύξηση θα είναι μάλλον συντηρητική.

Ποιο είναι το πρόβλημα; Αν μια χώρα- εν προκειμένω η Ελλάδα- πετυχαίνει μεγαλύτερο πλεόνασμα, όπως συνέβη τα προηγούμενα χρόνια, ΔΕΝ θα μπορεί να το διαθέτει για φοροελαφρύνσεις ή εισοδηματικές ενισχύσεις, αν με αυτό τον τρόπο υπερβαίνει το ετήσιο όριο αύξησης των δαπανών. Ποιος είναι ο κίνδυνος; Πέρα από τα εξαγγελθέντα μέτρα για το πακέτο της 4ετίας, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να χωρέσουν άλλες ελαφρύνσεις π.χ. μείωση συντελεστών ΦΠΑ, λόγω του ετήσιου "κόφτη" στις δαπάνες. Έτσι, ακόμα κι αν ξεπερνάμε το στόχο του πλεονάσματος 2,5%, που είναι πράγματι φιλόδοξος όπως παραδέχονται αρμόδιες πηγές, το "περίσσευμα", θα πηγαίνει επί της ουσίας στη μείωση του Χρέους.

Ως ασφαλιστική δικλείδα, πάντα σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, θα λειτουργεί η δυνατότητα μεταφοράς από χρονιά σε χρονιά, ενδεχόμενης μικρότερης αύξησης δαπανών. Αν για παράδειγμα, η Ελλάδα οφείλει να έχει αύξηση 2% και καταφέρει να συγκρατήσει την αύξηση στο 1%, η διαφορά θα μπορεί να μεταφέρεται στην επόμενη χρονιά. Προφανές είναι ότι ακόμα κι έτσι, ο δημοσιονομικός σχεδιασμός θα επαφίεται στα... μαθηματικά μοντέλα της Κομισιόν και η χάραξη πλάνου μόνιμων μέτρων ελάφρυνσης θα είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Όλα αυτά από το 2025 και μετά. Για το 2024 μπορεί να πει κανείς ότι είναι η τελευταία χρονιά για έκτακτα μέτρα στήριξης, εφόσον πάμε σε πλεόνασμα πάνω από 2,1%. Η Κομισιόν στις δημοσιονομικές κατευθύνσεις κατά τη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, έβαλε όριο αύξησης δαπανών 2,6%, αλλά το ελληνικό σχέδιο δεν ξεπερνά το 0,7%.

ΣΧΕΤΙΚΑ