«Κεραυνός» ΔΝΤ: Υπερβολικές οι συντάξεις στην Ελλάδα

Φωτο: Shutterstock

Στην κριτική του για την υπερβολική «γενναιοδωρία» του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος επανέρχεται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε ανάλυση που δημοσίευσε ομάδα στελεχών του, λίγες ημέρες πριν από την αυριανή έλευση των εκπροσώπων του Ταμείου στην Αθήνα, στο πλαίσιο του πρώτου μεταμνημονιακού ελέγχου της ελληνικής οικονομίας από το ΔΝΤ.

Το θέμα των συντάξεων και, ειδικότερα, της μη εφαρμογής των συμφωνημένων περικοπών για το 2019, εκτιμάται ότι θα είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που θα θίξει το Ταμείο, στο τέλος της εβδομάδας, όταν θα δημοσιεύσει το κείμενο των βασικών συμπερασμάτων του προσωπικού του από τον πρώτο έλεγχο με τις διαδικασίες του post program monitoring (PPM).

Το Ταμείο, όπως τόνισε και ο εκπρόσωπός του, Τζέρι Ράις, την Πέμπτη, δεν χρηματοδοτεί πλέον την Ελλάδα. Όμως, εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά την ελληνική οικονομία, καθώς έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα μετα-προγραμματικής παρακολούθησης (PPM). Οικονομικοί αναλυτές σημειώνουν ότι ενδεχόμενες αρνητικές παρατηρήσεις που μπορεί να γίνουν για τα δημοσιονομικά, σε συσχέτιση και τη μη περικοπή των συντάξεων, θα είναι επιβαρυντικές για την εικόνα που διαμορφώνεται για την Ελλάδα στις αγορές, ενόψει των προσπαθειών για νέες εκδόσεις ομολόγων, εντός του έτους.

Σύμφωνα με έκθεση του προσωπικού του Ταμείου για τα συνταξιοδοτικά συστήματα και τη γήρανση του πληθυσμού*, το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα εντάσσεται στη μικρή ομάδα των πλέον «γενναιόδωρων» συστημάτων στην Ευρώπη, με βάση τη σχέση ανάμεσα στις συντάξεις και τους μισθούς, δηλαδή αυτό που συνήθως ορίζεται ως ποσοστό αναπλήρωσης (του μισθού από τη σύνταξη).

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, «η Ελλάδα και η Κύπρος προσφέρουν συνταξιοδοτικές παροχές που αντιστοιχούν περίπου στο 65% του μέσου μισθού στο σύνολο της οικονομίας (σ.σ.: ιδιωτικός και δημόσιος τομέας). Το αντίστοιχο ποσοστό είναι λιγότερο από 30% στην Λετονία και την Ιρλανδία».

Το Ταμείο δεν το επισημαίνει, αλλά είναι γνωστό ότι αυτό το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης κρύβει μεγάλες εσωτερικές δυσαναλογίες, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης για τους εργαζομένους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στον ιδιωτικό τομέα είναι πολύ λιγότερο «γενναιόδωρα».

Όπως φαίνεται σε γράφημα που δημοσιεύεται στην έκθεση, σε 19 ευρωπαϊκές χώρες τα ποσοστά αναπλήρωσης είναι μεταξύ 30% και 50%. Στη ζώνη μεταξύ 30% και 40% βρίσκονται οκτώ χώρες και μεταξύ 40% και 50% κυμαίνονται τα ποσοστά σε 11 χώρες. Μόνο σε τρεις χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, τα ποσοστά αναπλήρωσης κυμαίνονται μεταξύ 60% και 70%.

Οι αναλυτές του Ταμείου επισημαίνουν ότι τα ποσοστά αναπλήρωσης έχουν ευρύτερη σημασία για την οικονομία, καθώς επηρεάζουν την ιδιωτική αποταμίευση, που αποτελεί τον «αιμοδότη» της επενδυτικής δραστηριότητας. Όσο υψηλότερα είναι τα ποσοστά αναπλήρωσης, τόσο λιγότερο οι εργαζόμενοι τείνουν να αποταμιεύουν.

Οι υπερβολικά γενναιόδωρες συνταξιοδοτικές παροχές, είτε μέσω υψηλών ποσοστών αναπλήρωσης, είτε και μέσω των χαμηλών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αλληλεπιδρούν με τις δημογραφικές δυναμικές, προκαλώντας μείωση της αποταμίευσης, τονίζει το ΔΝΤ.

Και καταλήγει σε μια γενική σύσταση, που όμως φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για οικονομίες όπως η ελληνική, που εντάσσονται σε αυτές με «γενναιόδωρες» συνταξιοδοτικές παροχές: στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπου έχουν εφαρμοσθεί αρκετές μεταρρυθμίσεις στα συνταξιοδοτικά συστήματα, θα χρειασθεί μια αύξηση του μέσου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 63 στα 68 έτη, ως το 2050. Παράλληλα, θα πρέπει να αυξηθεί κατά 6% το ποσοστό των αμοιβών των εργαζομένων, που κατευθύνεται σε αποταμίευση.

ΣΧΕΤΙΚΑ