Αν δούμε τα πράγματα λίγο πιο ψύχραιμα, αφήνοντας στην άκρη την αντιπαλότητα που φτάνει το όριο της ακραίας αντιπαλότητας μεταξύ των κομμάτων, στην πράξη, δεν διαφωνούμε πια τόσο όσο παλαιότερα.
Η χώρα φτωχοποιείται, συρρικνώνεται δημογραφικά, η κοινωνία μετασχηματίζεται σε ένα λούμπεν προλεταριάτο, δίχως όραμα και ελπίδα για το αύριο και μια χούφτα πολιτικών, ορισμένοι χειρότεροι από τους άλλους, βγάζουν τα μάτια τους, διχάζουν και δηλητηριάζουν τη χώρα.
Πως είναι δυνατό να βρεθούν λύσεις, να προχωρήσουμε μπροστά και να πετύχουμε την έξοδο από την κρίση όταν δεν μπορούμε να συνεργαστούμε στοιχειωδώς μεταξύ μας;
Οι λαϊκιστικές αυταπάτες των Βρετανών δεν είναι τίποτα μπροστά στις δικές μας ηρωϊκές βεβαιότητες του «θα μας δώσουν τα λεφτά γιατί δεν τους συμφέρει να διαλύσουμε το ευρώ».
Υποτίθεται ότι είναι ένας αυστηρά φυλασσόμενος χώρος, με συστήματα ασφάλειας, εξειδικευμένο προσωπικό, κανόνες και διαδικασίες. Υποτίθεται! Όπως, λίγο πολύ, «υποτίθεται» στη χώρα γενικότερα.
Από το 2015 βιώσαμε μια εξαιρετικά έντονη περίοδο με την έλευση στην εξουσία του Σύριζα. Μεγάλη ένταση, πολλές κακές επιλογές, πολλές αυταπάτες, πολύ χαμένος χρόνος με μεγάλο κόστος για την οικονομία και την κοινωνία.
Ο Τσίπρας ήταν αυτό ακριβώς που χρειάζονταν στη χώρα όπου άλλα λέμε, άλλα κάνουμε και σε άλλα πιστεύουμε: ένας σκληρός μνημονιακός, με αντιμνημονιακό χαμόγελο.