Ένα θρυλικό χρυσό ύφασμα, χαμένο για 2.000 χρόνια, έχει αναβιώσει

NEWSROOM
 Golden Silk
Golden Silk / Πηγή φωτογραφίας POSTECH

Ένα θρυλικό χρυσό ύφασμα, χαμένο για σχεδόν 2.000 χρόνια, αναβίωσε χάρη σε επιστήμονες από τη Νότια Κορέα.

Μια ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Ντονγκ Σου Χουάνγκ και την καθηγήτρια Τζιμίν Τσόι από το πανεπιστήμιο POSTECH κατάφερε να αναπαραγάγει ένα λαμπερό, χρυσαφένιο νήμα, παρόμοιο με το θαλάσσιο μετάξι που στην αρχαιότητα προοριζόταν αποκλειστικά για αυτοκράτορες και άλλες ισχυρές προσωπικότητες.

Η έρευνά τους βασίστηκε στον πενόστρακο Atrina pectinata, ένα είδος που καλλιεργείται στις κορεατικές ακτές, και παράλληλα αποκάλυψε τον επιστημονικό μηχανισμό πίσω από τη διατηρήσιμη λάμψη του υφάσματος. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Advanced Materials.

Το θαλάσσιο μετάξι, γνωστό και ως «χρυσή ίνα της θάλασσας», ήταν από τα πιο πολυτελή υλικά της ρωμαϊκής εποχής. Παραγόταν από τα νήματα του μεσογειακού οστράκου Pinna nobilis και ξεχώριζε για το χρυσό χρώμα, το εξαιρετικά χαμηλό βάρος και την υψηλή αντοχή του. Χρησιμοποιήθηκε για αυτοκρατορικά ενδύματα αλλά και για θρησκευτικά κειμήλια, όπως το περίφημο «Άγιο Πρόσωπο του Μανόππελο» στην Ιταλία, το οποίο θεωρείται ότι έχει υφανθεί από αυτή τη σπάνια ίνα.

Γιατί το θαλάσσιο μετάξι εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά

Η εκτεταμένη ρύπανση και η περιβαλλοντική υποβάθμιση της Μεσογείου οδήγησαν το Pinna nobilis στα όρια της εξαφάνισης. Η συλλογή του έχει απαγορευθεί πλήρως από την ΕΕ, γεγονός που μετέτρεψε το θαλάσσιο μετάξι σε σπάνιο ιστορικό κατάλοιπο. Σήμερα, ελάχιστοι τεχνίτες εξακολουθούν να το παράγουν σε περιορισμένες ποσότητες.

Για να ξεπεράσει αυτό το αδιέξοδο, η ομάδα του POSTECH μελέτησε το Atrina pectinata, ένα όστρακο που εκτρέφεται σε μεγάλο βαθμό για διατροφικούς σκοπούς. Το είδος αυτό παράγει ίνες με παρόμοια φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά με εκείνες του παραδοσιακού θαλάσσιου μεταξιού, επιτρέποντας στους ερευνητές να αναπτύξουν μια διαδικασία αναδημιουργίας του υλικού.

Το μυστικό της χρυσής λάμψης

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι το χρυσό χρώμα του θαλάσσιου μεταξιού δεν οφείλεται σε κάποια βαφή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο είναι «χτισμένες» οι ίνες του. Μέσα στο υλικό υπάρχουν μικροσκοπικές πρωτεϊνικές δομές που αντανακλούν το φως με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι οργανωμένες σε στρώσεις που λειτουργούν όπως τα φτερά μιας πεταλούδας ή η επιφάνεια μιας σαπουνόφουσκας: όταν πέφτει πάνω τους το φως, δημιουργείται μια φυσική χρυσαφένια λάμψη.

Επειδή το χρώμα αυτό δεν προέρχεται από χρωστικές ουσίες αλλά από τη δομή του ίδιου του υλικού, δεν ξεθωριάζει με τα χρόνια. Μάλιστα, όσο πιο τακτικά είναι οργανωμένες αυτές οι μικρές δομές, τόσο πιο έντονη και φωτεινή γίνεται η χρυσή απόχρωση.

Από θαλάσσιο απόβλητο σε βιώσιμη πρώτη ύλη

Η έρευνα αναδεικνύει και μια σημαντική περιβαλλοντική διάσταση: οι ίνες του πενόστρακου, που μέχρι σήμερα απορρίπτονταν ως απόβλητο, μετατρέπονται πλέον σε πολύτιμη πρώτη ύλη. Πρόκειται για μια προσέγγιση που μειώνει τα θαλάσσια απορρίμματα και ανοίγει τον δρόμο για νέα, βιώσιμα υλικά με πολιτισμική και ιστορική αξία.

Όπως σημειώνει ο καθηγητής Χουάνγκ, «οι δομικά χρωματισμένες ίνες είναι εκ φύσεως ανθεκτικές στο ξεθώριασμα. Η τεχνολογία μας προσφέρει χρώμα μεγάλης διάρκειας χωρίς βαφές ή μέταλλα, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τη βιώσιμη μόδα και τα προηγμένα υλικά».

ΣΧΕΤΙΚΑ