Στην κόψη του ξυραφιού η ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης
Ο «πόλεμος» για το LNG, το πετρέλαιο και τις εφοδιαστικές οδούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Οι φιλόδοξοι στόχοι της πράσινης μετάβασης και της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρώπης εξαρτώνται στην πραγματικότητα κι από την πρόσβαση στις πολύτιμες πρώτες ύλες- σπάνιες γαίες. Κι εδώ η εικόνα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντική.
Όπως επισημαίνει στη σχετική του Έκθεση το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, η ΕΕ έχει θέσει φιλόδοξες τιμές-στόχο για την ενέργεια και το κλίμα, δεσμευόμενη να επιτύχει μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050 και την παραγωγή τουλάχιστον του 42,5 % της ενέργειάς της από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030. Η πράσινη αυτή μετάβαση απαιτεί την εκδίπλωση σε μεγάλη κλίμακα τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως οι ανεμογεννήτριες, οι συσσωρευτές και οι ηλιακοί συλλέκτες.
Για όλες αυτές τις τεχνολογίες, είναι απαραίτητες, όμως, κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το λίθιο, το νικέλιο, το κοβάλτιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες. Ως εκ τούτου, η κατανάλωση των υλικών αυτών αναμένεται να αυξηθεί δραματικά. Επομένως, η διασφάλιση του ασφαλούς εφοδιασμού της ΕΕ με κρίσιμες πρώτες ύλες έχει αναχθεί σε βασικό στόχο της ενεργειακής και βιομηχανικής πολιτικής της.
Η ζήτηση για κρίσιμες πρώτες ύλες μπορεί να καλυφθεί από εισαγωγές, από την εγχώρια παραγωγή και με τη βιωσιμότερη διαχείριση των πόρων. Τα περισσότερα από τα απαραίτητα αυτά ορυκτά εξορύσσονται και υποβάλλονται σε επεξεργασία εκτός της ΕΕ και η προσφορά συχνά συγκεντρώνεται είτε σε μία είτε σε λίγες χώρες εκτός ΕΕ. Παραδείγματος χάριν, η Κίνα προμηθεύει το 97 % του μαγνησίου (που χρησιμοποιείται σε ηλεκτρολυτικές κυψέλες παραγωγής υδρογόνου) και η Τουρκία το 99 % του βορίου που χρησιμοποιείται στην Ένωση (συγκεκριμένα σε ηλιακούς συλλέκτες). Η κατάσταση αυτή ενέχει κινδύνους για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ και είναι επιτακτική η ανάγκη τόσο για αύξηση της εγχώριας παραγωγής όσο και για αποδοτικότερη χρήση των πόρων.
Γκρίζα τα ευρήματα
Τα ευρήματα του ΕΕΣ είναι μάλλον αποθαρρυντικά. Κατ' αρχάς, η ΕΕ εξαρτάται επί του παρόντος σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πρώτων υλών από τρίτες χώρες. Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν, έως το 2030, ότι καμία από τις 17 πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας δεν θα προέρχεται από μία μόνο τρίτη χώρα κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 65 %. Ωστόσο, στο στάδιο της επεξεργασίας, τέσσερις πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας, οι οποίες είναι σημαντικές για την ενεργειακή μετάβαση (λίθιο, μαγνήσιο, γάλλιο και σπάνιες γαίες), υπερβαίνουν επί του παρόντος το εν λόγω όριο, ενώ και στο στάδιο της εξόρυξης, πάνω από το 65 % του εφοδιασμού της ΕΕ με βόριο προέρχεται από μία τρίτη χώρα.
Όσον αφορά στις συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών, που συνάπτει η Ευρώπη, είναι αβέβαιο κατά πόσο αυτές οι προσπάθειες συνέβαλαν στην ενίσχυση του εφοδιασμού, καθώς δεν υπάρχουν προς το παρόν διαθέσιμες ποσοτικοποιημένες πληροφορίες.
Απαραίτητες για την παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών είναι οι διαδικασίες της εξερεύνησης, της εξόρυξης και της επεξεργασίας, ωστόσο όλες τους πραγματοποιούνται σε περιορισμένη μόνο κλίμακα στην ΕΕ. Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες θέτει μη δεσμευτικές τιμές-στόχο 10% για την εγχώρια εξόρυξη πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας και 40% για την επεξεργασία. Κατά το ΕΕΣ, υπάρχουν οικονομικά, νομικά και διοικητικά κωλύματα που δεν επιτρέπουν την πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα.