«Καμπανάκι» για τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων σε Ελλάδα και Ευρώπη
Η Ευρώπη, η Ελλάδα γερνάνε και αυτό δεν είναι μυστικό. Οι γεννήσεις επιβραδύνονται, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, το εργατικό δυναμικό περιορίζεται και η επόμενη γενιά θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια πλήρως ανεστραμμένη ηλικιακή πυραμίδα, όπου οι λίγοι νέοι εργαζόμενοι θα πρέπει να χρηματοδοτούν τις συντάξεις και τις λοιπές παροχές των πολλών συνταξιούχων.
Είναι βιώσιμο αυτό; Προφανώς και όχι, παρά τις παρεμβάσεις που γίνονται στα ασφαλιστικά συστήματα ανά την Ευρώπη, της Ελλάδας μη εξαιρουμένης.
Αν και η συζήτηση- όχι αδίκως- περιστρέφεται γύρω από το πότε και πόσο θα αυξηθούν τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, κατ’ αναλογία του προσδόκιμου ζωής, η ανάλυση των επιμέρους δεικτών, υποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι κατά βάση δομικό, αγγίζοντας τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Η μελέτη για τις αντοχές των συνταξιοδοτικών συστημάτων
Μια νέα μελέτη- ανάλυση από το ΚΕΦΙΜ αναδεικνύει τα τρωτά των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών συστημάτων, που είχαν στηθεί σε δεδομένα, τα οποία πλέον δεν υφίστανται. Επί της ουσίας, το αναδιανεμητικό συνταξιοδοτικό μοντέλο σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον, καθώς η δημογραφική υπόθεση στην οποία στηρίχθηκε έχει καταρρεύσει, και το δημοσιονομικό κόστος της διατήρησής του είναι σήμερα μετρήσιμο, αυξανόμενο και δυσβάσταχτο.
Η Ελλάδα, από την έναρξη της κρίσης και διαδοχικές δύσκολες μεταρρυθμίσεις έχει καταφέρει να θέσει σε πτωτική τάση την συνταξιοδοτική της δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που έχει μετακινήσει την Ελλάδα από την πρώτη θέση στην ΕΕ το 2012 στην τέταρτη το 2023, με μείωση 4,16 ποσοστιαίων μονάδων. Ωστόσο, το 43% των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό και μόνο τα πρώτα βήματα κεφαλαιοποίησης μέσω του ΤΕΚΑ σηματοδοτούν μια πραγματική αλλαγή κατεύθυνσης. Το διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει, με το κόστος μετάβασης να είναι τεράστιο.
“Οι συνέπειες δεκαετιών αναβολής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας είναι πλέον ιδιαίτερα βαριές. Υπονομεύουν τα δημόσια οικονομικά, περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, επηρεάζουν το ύψος και τη βιωσιμότητα των συντάξεων και στερούν από την οικονομία πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις και στην καινοτομία”, επισημαίνει ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαμπας.
Από την άλλη πλευρά, το συνταξιοδοτικό σύστημα στην δημόσια διοίκηση της ΕΕ αναπαράγει την ίδια διαρθρωτική επιλογή σε υπερεθνικό επίπεδο, καθώς λειτουργεί χωρίς αποθεματικά, με την ευθύνη χρηματοδότησης να βαρύνει τον τρέχοντα προϋπολογισμό. Το αποτέλεσμα είναι πως σε σταθερές τιμές, οι πληρωμές συντάξεων αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000–2024 (από 580 εκατ ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ), απορροφώντας πλέον το 22% των δαπανών του τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998.
Το 2024, το 79% των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ χρηματοδοτείται από τη γενική φορολογία και μόλις το 21% από εισφορές, αποτυπώνοντας μια ακόμα πιο οξεία εξάρτηση από το αναδιανεμητικό μοντέλο σε σχέση με την ελληνική περίπτωση.
Η δύσκολη μεταρρύθμιση
Όπως σημειώνει η ανάλυση, η μετάβαση σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα περνάει μέσα από συγκεκριμενές οδούς υλοποίησης, με την πλήρη κεφαλαιοποίηση των συνταξιοδοτικών δεσμεύσεων να είναι εφικτή χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση των φορολογουμένων. Μια μέτρια μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 5% (ύψους 87 δισεκατομμυρίων ευρώ) στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 της ΕΕ, στο οποίο τα αναμενόμενα έσοδα φτάνουν τα 1.763 δισ. ευρώ (σε τιμές 2025), θα επαρκούσε για τη δημιουργία αποθεματικών των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων της ΕΕ.
Η επένδυση αυτού του κεφαλαίου στις διεθνείς χρηματαγορές, με βάση τις αποδόσεις παρόμοιων διεθνών ταμείων (3%- 7% ετησίως), θα δημιουργούσε ετήσια αυτοχρηματοδότηση περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, μειώνοντας μόνιμα το βάρος στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αυτή η μεταρρύθμιση είναι ιδιαίτερα εφικτή στην περίπτωση της ΕΕ, καθώς το κόστος μετάβασης παραμένει διαχειρίσιμο σε σχέση με το υφιστάμενο δημοσιονομικό αποτύπωμα, σε αντίθεση με εθνικά συστήματα όπως το ελληνικό, όπου το κόστος μετάβασης είναι τεράστιο.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η πλήρης κεφαλαιοποίηση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων δεν είναι μόνο εφικτή, αλλά και υπεύθυνη επιλογή που αποτρέπει τη μετακύληση του οικονομικού βάρους στις μελλοντικές γενιές φορολογουμένων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί μακροπρόθεσμες εξοικονομήσεις μέσω των αποδόσεων των επενδύσεων.