Επαγγελματική ασφάλιση: Οι 3 σημαντικές αλλαγές που φέρνει το νομοσχέδιο
Σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα επαγγελματικής ασφάλισης φέρνει το νομοσχέδιο το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή, ύστερα από την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης.
Οι τρεις βασικές αλλαγές αποσκοπούν στην διεύρυνση της πρόσβασης στον δεύτερο πυλώνα της ασφάλισης, κυρίως για μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, στη βελτίωση των φορολογικών κινήτρων και στη δυνατότητα μεταφοράς των κατοχυρωμένων δικαιώματων σε περίπτωση που ένας εργαζόμενος αποφασίσει να αλλάξει εργασία.
Στην πράξη οι παρεμβάσεις αυτές, φιλοδοξούν να αλλάξουν το τοπίο γύρω από την επαγγελματική ασφάλιση, κάνοντας την περισσότερο προσβάσιμη. Με άλλα λόγια, στόχος είναι να πάψει να αποτελεί μόνο επιλογή των μεγάλων επιχειρήσεων ή συγκεκριμένων επαγγελματικών κλάδων. Παράλληλα, επιχειρεί να ενισχύσει και την μακροχρόνια αποταμίευση, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να δημιουργούν ένα συμπληρωματικό εισόδημα για τη περίοδο μετά τη συνταξιοδότηση τους.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επαγγελματική ασφάλιση λειτουργεί συμπληρωματικά προς την υποχρεωτική ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ και του ΤΕΚΑ και περιλαμβάνει τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, καθώς και τα ομαδικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Δεν αντικαθιστά ούτε περιορίζει τα δικαιώματα από την κύρια ασφάλιση.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο για την κατανόηση της μεταρρύθμισης, καθώς οι εισφορές στην επαγγελματική ασφάλιση δεν υποκαθιστούν τις υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές, αλλά αποτελούν μια πρόσθετη αποταμίευση, η οποία μπορεί μελλοντικά να αποδοθεί ως συμπληρωματική σύνταξη ή εφάπαξ παροχή, ανάλογα με τους όρους του κάθε προγράμματος.
Ανοιχτά Ταμεία για μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες
Η πρώτη αλλαγή αφορά τη δημιουργία Ανοιχτών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, τα οποία θα λειτουργούν ως Ταμεία-«ομπρέλα». Σε αυτά θα μπορούν να προσχωρούν επιχειρήσεις, επαγγελματικοί φορείς και συνδικαλιστικές οργανώσεις, χωρίς να χρειάζεται να ιδρύουν ξεχωριστό Ταμείο.
Η παρέμβαση απευθύνεται κυρίως στις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες εξαιτίας του περιορισμένου αριθμού εργαζομένων και του διαχειριστικού κόστους δυσκολεύονται να δημιουργήσουν αυτοτελές ΤΕΑ. Σήμερα, για την ίδρυση τέτοιου Ταμείου απαιτείται κατώτατο όριο 100 ασφαλισμένων, περιορισμός που δεν θα ισχύει για την προσχώρηση στα νέα Ανοιχτά ΤΕΑ.
Το βασικό όφελος είναι ότι μια μικρή επιχείρηση δεν θα χρειάζεται να αναλάβει μόνη της το κόστος, την οργάνωση και τις διοικητικές υποχρεώσεις ενός ξεχωριστού Ταμείου, αλλά θα μπορεί να εντάσσεται σε μια ήδη οργανωμένη δομή και να προσφέρει στους εργαζομένους της ένα συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα.
Με τον τρόπο αυτό, η επαγγελματική ασφάλιση μπορεί να εξελιχθεί και σε εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού. Ιδίως σε κλάδους όπου υπάρχει έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων, μια πρόσθετη ασφαλιστική παροχή μπορεί να λειτουργήσει ως μέρος ενός ευρύτερου πακέτου αποδοχών, πέρα από τον μηνιαίο μισθό. Το υπουργείο εκτιμά επίσης ότι τα Ανοιχτά ΤΕΑ θα περιορίσουν το διαχειριστικό κόστος συμμετοχής.
Ταυτόχρονα, ευκολότερη πρόσβαση θα αποκτήσουν και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, κυρίως μέσω της συμμετοχής των επαγγελματικών ενώσεών τους. Τα Ανοιχτά Ταμεία θα αδειοδοτούνται και θα εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Η εποπτεία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι εισφορές των ασφαλισμένων επενδύονται σε βάθος χρόνου και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι ένα προκαθορισμένο ποσό. Θα εξαρτάται από το ύψος και τη διάρκεια των εισφορών, την επενδυτική απόδοση, τις χρεώσεις και τους ειδικότερους όρους κάθε προγράμματος. Επομένως, η ευκολότερη πρόσβαση θα πρέπει να συνοδευτεί από σαφή ενημέρωση για τους κινδύνους, το κόστος και τις αναμενόμενες παροχές.
Έκπτωση 100% και υψηλότερα όρια εισφορών
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά το φορολογικό καθεστώς της επαγγελματικής ασφάλισης. Οι εισφορές που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι θα εκπίπτουν κατά 100% από το φορολογητέο εισόδημα.
Παράλληλα, αυξάνεται το ανώτατο ύψος των εισφορών που μπορούν να υπαχθούν στο ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες το όριο διαμορφώνεται στις 35.000 ευρώ τον χρόνο, ενώ για τους μισθωτούς ανέρχεται στο 35% του ετήσιου εισοδήματός τους. Οι προαιρετικές εισφορές που καταβάλλει ο εργοδότης θα εκπίπτουν φορολογικά ως επιχειρηματικές δαπάνες.
Η έκπτωση κατά 100% δεν σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος θα λαμβάνει πίσω ολόκληρο το ποσό της εισφοράς του. Σημαίνει ότι το ποσό που καταβάλλεται θα αφαιρείται από το εισόδημα πάνω στο οποίο υπολογίζεται ο φόρος. Το πραγματικό φορολογικό όφελος θα εξαρτάται, επομένως, από το ύψος της εισφοράς, το συνολικό εισόδημα και τον φορολογικό συντελεστή του κάθε ασφαλισμένου.
Τα υψηλότερα όρια μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την αποταμίευση εργαζομένων και επαγγελματιών που έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τη μελλοντική τους σύνταξη. Ωστόσο, το άμεσο όφελος θα είναι μικρότερο για όσους, λόγω χαμηλότερων αποδοχών ή αυξημένων καθημερινών υποχρεώσεων, δεν έχουν επαρκές διαθέσιμο εισόδημα για πρόσθετες εισφορές.
Αλλάζει επίσης ο τρόπος φορολόγησης των παροχών. Το ύψος του φόρου δεν θα συνδέεται πλέον με τα χρόνια παραμονής του ασφαλισμένου στο πρόγραμμα, αλλά με την ηλικία κατά την οποία αποχωρεί. Με τον τρόπο αυτό καταργείται η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση για όσους εντάσσονται σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα σε μεγαλύτερη ηλικία.
Ειδικότερα, για έξοδο από το πρόγραμμα μεταξύ του 62ου και του 67ου έτους προβλέπεται φόρος 10% στην εφάπαξ παροχή και 5% στη σύνταξη. Μετά το 67ο έτος, οι συντελεστές περιορίζονται σε 5% και 2,5% αντίστοιχα.
Η σύνδεση της φορολόγησης με την ηλικία εξόδου δημιουργεί ένα σαφέστερο κίνητρο μακροχρόνιας παραμονής στο πρόγραμμα. Ταυτόχρονα, αποκαθιστά μια ανισορροπία για εργαζομένους που αποφασίζουν να ξεκινήσουν συμπληρωματική αποταμίευση σε μεγαλύτερη ηλικία και, με το προηγούμενο καθεστώς, είχαν λιγότερα χρόνια για να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση.
Μεταφορά δικαιωμάτων χωρίς απώλειες
Η τρίτη και πιο σημαντική αλλαγή προβλέπει την πλήρη φορητότητα των ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Δηλαδή, ένας εργαζόμενος που αλλάζει εργασία θα μπορεί να μεταφέρει χωρίς χρέωση τα κατοχυρωμένα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα σε νέο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης ή σε Ομαδικό Ασφαλιστικό Προϊόν Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης (ατομική φορητότητα).
Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα μεταφοράς ολόκληρων συνταξιοδοτικών προγραμμάτων μεταξύ ΤΕΑ, από ΤΕΑ σε ΟΑΠΕΣ και αντίστροφα, καθώς και μεταξύ διαφορετικών ΟΑΠΕΣ. Παράλληλα, ένας ασφαλισμένος θα μπορεί να παραμένει στο σύστημα επαγγελματικής ασφάλισης ακόμη και εάν χάσει προσωρινά την επαγγελματική του ιδιότητα λόγω ανεργίας (ομαδική φορητότητα).
Η συγκεκριμένη αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια αγορά εργασίας όπου οι αλλαγές εργοδότη και επαγγελματικής ιδιότητας είναι πλέον συχνότερες. Ο εργαζόμενος δεν θα βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να έχει διάσπαρτα ποσά σε διαφορετικά προγράμματα ή να χάνει μέρος των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του κάθε φορά που αλλάζει εργασία.
Η φορητότητα μπορεί επίσης να περιορίσει την εξάρτηση του ασφαλισμένου από έναν συγκεκριμένο εργοδότη ή ασφαλιστικό φορέα και να ενισχύσει την κινητικότητα στην αγορά εργασίας. Για να λειτουργήσει, ωστόσο, αποτελεσματικά θα χρειαστούν απλές και γρήγορες διαδικασίες, ενιαία ενημέρωση και σαφής εικόνα για τυχόν χρεώσεις, επενδυτικές διαφορές ή μεταβολές στους όρους των προγραμμάτων.
Σήμερα λειτουργούν στην Ελλάδα 27 Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, στα οποία συμμετέχουν περίπου 55.000 ασφαλισμένοι, με μέσο ατομικό λογαριασμό περίπου 10.500 ευρώ. Τα περιουσιακά στοιχεία τους αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1% του ΑΕΠ, όταν στις χώρες του ΟΟΣΑ με περισσότερο ανεπτυγμένα συστήματα επαγγελματικής ασφάλισης το αντίστοιχο ποσοστό προσεγγίζει το 50%.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν το μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης του δεύτερου ασφαλιστικού πυλώνα στην Ελλάδα. Η διεύρυνσή του μπορεί να αυξήσει τη μακροπρόθεσμη αποταμίευση των νοικοκυριών και να δημιουργήσει περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια για την οικονομία. Δεν αρκούν, όμως, μόνο τα φορολογικά κίνητρα. Η εμπιστοσύνη των εργαζομένων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διαφάνεια, την αποτελεσματική εποπτεία, το ύψος των χρεώσεων και τη δυνατότητα των ασφαλισμένων να παρακολουθούν εύκολα την πορεία των χρημάτων τους.
Συνολικά, οι αλλαγές μπορούν να καταστήσουν την επαγγελματική ασφάλιση περισσότερο προσιτή και λειτουργική, περιορίζοντας εμπόδια που σήμερα αφήνουν εκτός κυρίως τις μικρές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Το τελικό όφελος, ωστόσο, δεν θα είναι ίδιο για όλους ούτε θα προκύπτει αυτομάτως. Θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή των επιχειρήσεων, τη δυνατότητα των εργαζομένων να αποταμιεύουν και, κυρίως, από το κατά πόσο τα νέα προγράμματα θα προσφέρουν χαμηλό κόστος, επαρκή ενημέρωση και αποτελεσματική προστασία των ασφαλισμένων.