ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Το 29% των εργαζομένων δηλώνει ότι έχει περισσότερες δεξιότητες από όσες απαιτεί η θέση του
Η έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί πανελλαδικά σε εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, παρουσιάζει μια λιγότερο συνηθισμένη εικόνα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Τα ευρήματα αμφισβητούν την άποψη ότι το βασικό πρόβλημα είναι η «έλλειψη δεξιοτήτων», καθώς δείχνουν πως αρκετοί εργαζόμενοι έχουν προσόντα και ικανότητες που δεν αξιοποιούνται επαρκώς στη θέση εργασίας τους.
Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω 6.000 τηλεφωνικών συνεντεύξεων με εργαζομένους από όλη την Ελλάδα, φέρνει στο προσκήνιο το εξής βασικό συμπέρασμα: οι δυσκολίες της ελληνικής αγοράς εργασίας δεν περιορίζονται στην ανάγκη για περισσότερη κατάρτιση, αλλά συνδέονται και με την ποιότητα των διαθέσιμων θέσεων, την οργάνωση της παραγωγής και το γεγονός ότι οι δυνατότητες των εργαζομένων συχνά δεν αξιοποιούνται στον βαθμό που θα μπορούσαν.
Τέσσερις στους δέκα εργάζονται σε θέση που δεν συνδέεται με τις σπουδές τους
Ένα από τα πιο ενδεικτικά στοιχεία της έρευνας είναι η απόκλιση ανάμεσα στο αντικείμενο σπουδών και την εργασία που τελικά κάνουν οι εργαζόμενοι. Περίπου το 42,6% δηλώνει ότι οι σπουδές ή τα προσόντα του έχουν μικρή ή καμία σχέση με τη σημερινή του απασχόληση, ενώ μόνο το 44,2% θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική σύνδεση.
Την ίδια στιγμή το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο στις πιο επισφαλείς μορφές εργασίας. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση και πάνω από το 66% όσων εργάζονται μερικώς αναφέρουν ότι οι σπουδές τους δεν αξιοποιούνται ουσιαστικά στην καθημερινή τους εργασία.
Οι εργαζόμενοι δηλώνουν επαρκείς, αλλά όχι πλήρως αξιοποιημένοι
Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων θεωρεί πως μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης της. Το 88,8% δηλώνει ότι τα καταφέρνει σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στη δουλειά του, ενώ περίπου τρεις στους τέσσερις εκτιμούν ότι αξιοποιούν σημαντικό μέρος των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους.
Την ίδια ώρα, σχεδόν το 29% των εργαζομένων πιστεύει ότι διαθέτει περισσότερες δεξιότητες από αυτές που απαιτεί η θέση του. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εικόνα μιας αγοράς εργασίας που δεν αξιοποιεί πλήρως το ανθρώπινο δυναμικό της.
Με άλλα λόγια, πολλοί εργαζόμενοι θεωρούν ότι έχουν περισσότερες δυνατότητες από όσες τους επιτρέπει να αναδείξουν η σημερινή τους εργασία.
Οι ψηφιακές δεξιότητες στην κορυφή των αναγκών για το μέλλον
Η τεχνολογική αλλαγή φαίνεται πως προβληματίζει σημαντικά τους εργαζομένους. Σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, δηλώνει ότι θα ήθελε να ενισχύσει κυρίως τις ψηφιακές του δεξιότητες. Ακολουθούν οι κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, καθώς και οι γνωστικές και οργανωτικές ικανότητες.
Παρά την έντονη συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη και την αυτοματοποίηση, μόνο ένας στους τέσσερις εργαζομένους εκτιμά ότι οι δεξιότητές του μπορεί να καταστούν παρωχημένες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Η κατάρτιση παραμένει περιορισμένη
Παρότι γίνεται συχνά λόγος για αναβάθμιση και επανακατάρτιση δεξιοτήτων, τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι η συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση δεν έχει ακόμη ενταχθεί ουσιαστικά στην καθημερινότητα της αγοράς εργασίας.
Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 74,5%, δηλώνουν ότι δεν συμμετείχαν σε κανένα πρόγραμμα κατάρτισης κατά τον τελευταίο χρόνο. Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση σε τέτοιες ευκαιρίες μειώνεται όσο χαμηλότερο είναι το μορφωτικό ή εισοδηματικό επίπεδο.
Το εύρημα αυτό φέρνει στην επιφάνεια έναν ακόμη κίνδυνο: οι εργαζόμενοι που διαθέτουν ήδη περισσότερα προσόντα είναι και αυτοί που έχουν περισσότερες ευκαιρίες επιμόρφωσης, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω διεύρυνση των ανισοτήτων.
Η εκπαίδευση από μόνη της δεν αρκεί
Η έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ καταλήγει σε ένα σαφές μήνυμα προς τις επιχειρήσεις και την Πολιτεία: η ενίσχυση των δεξιοτήτων είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί αν οι ίδιες οι θέσεις εργασίας δεν δίνουν τη δυνατότητα στους εργαζομένους να αξιοποιήσουν ουσιαστικά τις γνώσεις και τις ικανότητές τους.
Με βάση τα συμπεράσματα της μελέτης, το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερα προγράμματα κατάρτισης, σεμινάρια ή πιστοποιήσεις. Απαιτούνται καλύτερες θέσεις εργασίας, ποιοτικότερη απασχόληση και πιο ουσιαστική σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.