Μεταρρυθμίσεις και Ελλάδα: Τι τρομάζει τους Ευρωπαίους

Φωτό; INTIME

“Εφαρμογή, εφαρμογή, εφαρμογή”, είναι το μήνυμα που εκπέμπουν τα τελευταία 24ωρα οι Ευρωπαίοι προς την Αθήνα, διαβλέποντας τον κίνδυνο να “πνιγεί” το μεταρρυθμιστικό πλάνο της νέας κυβέρνησης, στον ωκεανό των χρόνιων προβλημάτων που ταλαιπωρούν την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.

Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι στις πρώτες επίσημες δηλώσεις τους από την ημέρα αλλαγής κυβέρνησης, οι Ευρωπαίοι ούτε κούνησαν το δάκτυλο για το δημοσιονομικό σχεδιασμό, ούτε καν κατέβασαν ρολά- το αντίθετο- στο πλάνο επαναδιαπραγμάτευσης των στόχων για τα πλεονάσματα των επόμενων ετών. Προτίμησαν να δώσουν έμφαση- κυρίως ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Ντέκλαν Κοστέλο- στο πώς και πότε πρέπει να λυθεί ο Γόρδιος Δεσμός των διαρθρωτικών στρεβλώσεων, ειδικά στις αγορές προϊόντων- υπηρεσιών, αφού είναι, πλέον, κοινή διαπίστωση ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν πρόκειται να “ξεκολλήσουν” από τα σημερινά επίπεδα, αν δεν υπάρξει ένα μεταρρυθμιστικό σοκ.

Τι είναι, όμως, αυτό που βλέπουν οι δανειστές στη μεταμνημονιακή Ελλάδα; Ότι αν και έχουν θεσμοθετηθεί πολλές και δύσκολες μεταρρυθμίσεις στα προηγούμενα χρόνια, η εφαρμογή τους υπολείπεται της προσδοκώμενης απόδοσης, είτε επειδή με αποφάσεις κι εγκυκλίους φαλκιδεύονται αυτές οι μεταρρυθμίσεις είτε επειδή οργανωμένα συμφέροντα τις μπλοκάρουν. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Οι Έλληνες συνεχίζουν να πληρώνουν δυσανάλογα ακριβά για αγαθά κι υπηρεσίες, η ανταγωνιστικότητα “σέρνεται”, η παραγωγικότητα θυμίζει πολικές θερμοκρασίες. Η σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες που πέρασαν την περιπέτεια του Μνημονίου είναι απογοητευτική.

Η σχετική μελέτη του ΚΕΠΕ, που υπογράφει ο Α. Χύμης, είναι άκρως αποκαλυπτική και επίκαιρη, καθώς φωτίζει τα σημεία που τρομάζουν τους Ευρωπαίους. Πρώτη και βασική διαπίστωση είναι ότι ενώ η ελληνική οικονομία “σέρνεται” με ρυθμούς ανάπτυξης κάτω από 2%, οικονομίες με παρόμοια κρίση και μνημονιακές υποχρεώσεις, όπως η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Κύπρος και η Πορτογαλία, το 2017 είχαν ανάπτυξη 7,8%, 3,1%, 3,6% και 2,7%, αντίστοιχα. Τις πταίει; Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία αφήνει πίσω την κρίση, η κατάταξή της στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας συνεχίζει να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, και μάλιστα παρουσιάζει χειροτέρευση τα τελευταία χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τις μεταρρυθμίσεις στον τομέα της αγοράς εργασίας, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να έχει μια σχετικά μη ανταγωνιστική αγορά εργασίας που την κατατάσσει πολύ πίσω από όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες ως μια αγορά ανελαστική και μη ευέλικτη. Σύμφωνα με τη μελέτη και τις μετρήσεις του World Economic Forum, η αγορά εργασίας χρειάζεται μεταρρυθμίσεις ουσιαστικές, που να αφορούν στα κίνητρα για εργασία και καινοτομία αλλά και στη σύνδεση της αμοιβής με την παραγωγικότητα, στοιχεία που απουσιάζουν παντελώς απ’ όλες τις έως τώρα παρεμβάσεις.

Αφήνοντας κανείς στην άκρη τα προφανή, δηλαδή τις δυσκολίες που προκαλεί το έλλειμμα χρηματοδότησης από τις τράπεζες, κυρίως λόγω “κόκκινων” δανείων, δεν μπορεί παρά να εστιάσει σε μια από τις “γάγγραινες”, που αποτελεί βασικό ανασταλτικό παράγοντα προσέλκυσης ξένων επενδυτών: οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης. Είναι ενδεικτικό ότι για τέταρτη συνεχή χρονιά βρισκόμαστε μακράν οι τελευταίοι μεταξύ των εταίρων μας στην ομάδα των ανεπτυγμένων οικονομιών στον χρόνο επίλυσης μιας μέσης δικαστικής υποθέσεως με 1.580 μέρες, όταν ο μέσος όρος δεν είναι πάνω από 600 μέρες!

ΣΧΕΤΙΚΑ