Στην Ελλάδα η μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση πληθωρισμού

EUROKINISSI/ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ

Εάν κάποιος επιθυμεί να δει το ποτήρι μισογεμάτο, θα πει ότι η Ελλάδα έχει από τα πιο χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού στην Ευρώπη, για την ακρίβεια το τρίτο χαμηλότερο, παρά τις ενστάσεις που μπορεί να εγείρει κάποιος για τους επιμέρους δείκτες, κυρίως αυτόν της διατροφής και της στέγασης.

Εάν πάλι προτιμά κανείς να δει το ποτήρι μισοάδειο, θα αναδείξει το γεγονός ότι η Ελλάδα το Σεπτέμβριο είχε τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση πληθωρισμού στην Ευρώπη, καθώς ο δείκτης ανέβηκε κατά 2,1%, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση ότι το κύμα των ανατιμήσεων έφτασε με καθυστέρηση στην Ελλάδα, αλλά είναι εξίσου έντονο.

Από τα επιμέρους στοιχεία, που δημοσιοποίησε η Eurostat, φαίνεται η ρίζα του προβλήματος κι αυτή δεν είναι άλλη από το κόστος της ενέργειας. Με το γενικό δείκτη στην Ευρωζώνη να “τρέχει” με ρυθμούς 3,4% σε ετήσια βάση, ο δείκτης της ενέργειας “καλπάζει” με ρυθμούς 17,6% και τάση αυξητική. Το μήνυμα του προέδρου Πούτιν στους Ευρωπαίους ότι η ομαλοποίηση της ροής φυσικού αερίου περνάει υποχρεωτικά από το Nord Stream 2, αναμφίβολα δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας ότι οι τιμές του φυσικού αερίου και ακολούθως του ηλεκτρικού ρεύματος, θα υποχωρήσουν σύντομα.

Στα καθ’ ημάς, το κόστος των καυσίμων βαραίνει ολοένα και περισσότερο νοικοκυριά κι επιχειρήσεις. Τα συγκριτικά στοιχεία που δημοσιοποιεί σε εβδομαδιαία βάση η αρμόδια Γενική Διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απλώς επιβεβαιώνουν ότι η τιμή της βενζίνης παραμένει σταθερά η 4η υψηλότερη στην Ευρώπη και με διαφορά περίπου 12 λεπτών από το μέσο όρο. Πλέον, πέρα από το αυξημένο κόστος των μετακινήσεων, στην εξίσωση μπαίνει και το κόστος θέρμανσης, μόνο που ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος προέρχεται σήμερα από το φυσικό αέριο.

Θα ήταν φυσικά παράλειψη να αγνοήσει κανείς την παράμετρο της υψηλής φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων στη χώρα μας, η οποία αναμφίβολα επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς κάτι λιγότερο από τη μισή λιανική τιμή αφορά σε φόρους και τέλη!

Πάγιο αίτημα των φορέων του κλάδου είναι η μείωση των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης- που εκτινάχθηκαν το 2016- ειδικά σε αυτήν τη συγκυρία, έτσι ώστε να μην ανοίξει ένας νέος κύκλος υψηλών τιμών, μειωμένης κατανάλωσης και απώλειας εσόδων. Ήδη, πάντως, οι πρατηριούχοι κάνουν λόγο για μείωση της κατανάλωσης κατά περίπου 30% τις τελευταίες 15 ημέρες, όπου η ενεργειακή κρίση επιτείνεται.

Ενδεικτικά της ζημιάς που προκαλεί η μείωση της κατανάλωσης, είναι τα στοιχεία από τον κλάδο πετρελαιοειδών για την περασμένη χρονιά, όπως τα επεξεργάστηκε σε ειδική του μελέτη το ΙΟΒΕ. Η αξία πωλήσεων των επιχειρήσεων του κλάδου περιορίστηκε σημαντικά το 2020 και διαμορφώθηκε σε €8,3 δισεκ. έναντι €11,8 δισεκ. το 2019, καταγράφοντας μείωση 30%. Παράλληλα, ο όγκος πωλήσεων υποχώρησε το 2020 κατά 13,5% (σε 11.674 χιλ. μετρικούς τόνους από 13.503 χιλ. μετρικούς τόνους το 2019) εξαιτίας του δραστικού περιορισμού της ζήτησης που προκλήθηκε από την υγειονομική κρίση.

Η αρνητική εικόνα αποτυπώθηκε ακολούθως στα έσοδα του Προϋπολογισμού. Οι φόροι και οι έκτακτες εισφορές μειώθηκαν το 2020 κατά 7,4% και διαμορφώθηκαν σε €8,3 εκατ. έναντι €9 εκατ. το 2019, ενώ οι φόροι εισοδήματος χρήσεως διαμορφώθηκαν σε -€11,1 εκατ. από €22,7 εκατ. το 2019.

ΣΧΕΤΙΚΑ