Έκθεση- κόλαφος για τα κονδύλια της ΚΑΠ -Πώς καταλήγουν στα χέρια λίγων

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η συμφωνία Mercosur και οι σφοδρές αντιδράσεις των Ευρωπαίων αγροτών φέρνουν εκ νέου στο προσκήνιο όχι απλώς τον σχεδιασμό για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα σε όλη την Ευρώπη, αλλά το πλάνο για το μοντέλο της αγροτικής παραγωγής που θέλει η Ευρώπη: μεγάλες και βιομηχανοποιημένες μονάδες με ό,τι συνεπάγεται αυτό και για το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα ή επένδυση στις παραδοσιακές μικρές μονάδες με πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά παραγωγής;

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, η Ευρώπη είναι η ήπειρος που θερμαίνεται ταχύτερα, καταστρέφεται όλο και περισσότερο από άνευ προηγουμένου καύσωνες, ξηρασίες, πυρκαγιές και πλημμύρες. Αυτές οι καταστροφές προστίθενται στις μακροχρόνιες περιβαλλοντικές πιέσεις - που κυμαίνονται από τη ρύπανση του αέρα, του εδάφους και του νερού έως την απώλεια βιοποικιλότητας - οι οποίες υπονομεύουν την παραγωγή τροφίμων και τα μέσα διαβίωσης των αγροτικών Κοινοτήτων. Η Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) θα έπρεπε να αποτελέσει σωτηρία για τους αγρότες και τη φύση σε αυτό το περιβάλλον αυξανόμενων προκλήσεων. Είναι, όμως, έτσι;

Πολλά για τους λίγους

Η εμβληματική γεωργική πολιτική της ΕΕ, ένα σύστημα επιδοτήσεων που αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο του προϋπολογισμού της ΕΕ, δημιουργήθηκε με σκοπό τη σταθεροποίηση των γεωργικών εισοδημάτων, τη στήριξη των αγροτικών κοινοτήτων και τη διασφάλιση την προμήθεια τροφίμων στην Ευρώπη.

Όπως τονίζει, ωστόσο Έκθεση του ευρωπαϊκού τμήματος της Greenpeace, ενώ η ΚΓΠ έχει συμβάλει στην ενίσχυση των εισοδημάτων των αγροτών, έχει ωφελήσει δυσανάλογα τους μεγάλους αγρότες και γαιοκτήμονες, τροφοδοτώντας την ανάπτυξη ενός βιομηχανικού μοντέλου γεωργίας σε βάρος της φύσης, του κλίματος και των μικρών και μεσαίων παραγωγών τροφίμων.

Μεταξύ 2007 και 2022, η ΕΕ έχασε σχεδόν δύο εκατομμύρια μικρές εμπορικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, μια μείωση της τάξης του 44%. Οι περισσότερες από αυτές έχουν κλείσει ή, σε πολύ μικρότερο βαθμό, έχουν αναβαθμιστεί σε βιομηχανικά επίπεδα παραγωγής. Εν τω μεταξύ, ο αριθμός των μεγα-γεωργικών εκμεταλλεύσεων έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από το ήμισυ (56%). Ο αριθμός των μη εμπορικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων αυτοσυντήρησης μειώθηκε ακόμη περισσότερο μεταξύ 2005 και 2020, με απώλεια περίπου 4,6 εκατομμυρίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Αποτέλεσμα; Η ανάλυση δείχνει ότι οι φορολογούμενοι πληρώνουν το τίμημα για ένα σύστημα στο οποίο ένας πολύ μικρός αριθμός δικαιούχων λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων επιδοτήσεων και ότι τα δημόσια κονδύλια υποστηρίζουν κυρίως μερικούς από τους πλουσιότερους ιδιώτες και εταιρείες στην Ευρώπη, μερικοί από τους οποίους έχουν ακόμη και παραβιάσει κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς νόμους.
Πρακτικά, αντί τα κονδύλια να δαπανώνται για την παροχή δημόσιων αγαθών – όπως η διασφάλιση υγιών οικοσυστημάτων, η εξασφάλιση καθαρού αέρα και νερού, η προστασία του εδάφους και η καλή διαβίωση των ζώων, καθώς και η παροχή δίκαιων συνθηκών διαβίωσης στους αγρότες και στις ζωντανές αγροτικές κοινότητες – τα δημόσια χρήματα καταλήγουν να εμπλουτίζουν πλούσιους γαιοκτήμονες, βιομηχανικές εκμεταλλεύσεις και εταιρείες που επενδύουν στην ιδιοκτησία γεωργικής γης.

Και για να γίνει ακόμα πιο σαφές, το 1% των δικαιούχων με τα υψηλότερα εισοδήματα λαμβάνει έως και το 40% των γεωργικών επιδοτήσεων. Στην Ισπανία και την Ιταλία, το 1% των δικαιούχων με τα υψηλότερα εισοδήματα λαμβάνει περίπου το 30% των επιδοτήσεων, ενώ στις Κάτω Χώρες λαμβάνει το εντυπωσιακό ποσοστό του 40%! Συνολικά, το 80% των επιδοτήσεων της ΚΓΠ συγκεντρώνεται στα χέρια του 20% των δικαιούχων σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Όσον αφορά στην Ελλάδα, ενώ τα μεσαίας προς μεγάλης κλίμακας αγροκτήματα αποτελούν μόνο το 12% των αγροκτημάτων στην Ελλάδα, λαμβάνουν το 34% των επιδοτήσεων άμεσων ενισχύσεων από την Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ για τα εμπορικά αγροκτήματα. Τα εμπορικά αγροκτήματα μικρής κλίμακας από την άλλη μεριά, η μεγαλύτερη ομάδα αγροκτημάτων με διαφορά και η ραχοκοκαλιά της ελληνικής γεωργικής οικονομίας, λαμβάνουν μόνο το 65% των επιδοτήσεων, παρόλο που τα καθαρά τους έσοδα μειώνονται δραστικά.

Όπως προκύπτει από τη μελέτη, υπάρχουν περιπτώσεις όπου πλούσιοι γαιοκτήμονες έλαβαν ποσά που κυμαίνονταν από 195.000 ευρώ έως 16,6 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Στο κατώτερο άκρο αυτής της κλίμακας, αν εφαρμόζονταν τα μέσα κόστη που προέρχονται από δημοσιευμένα στοιχεία και έχουν συγκεντρωθεί από το Ινστιτούτο Ευρωπαϊκής Περιβαλλοντικής Πολιτικής, τα 195.000 ευρώ θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μεταξύ 112 και 415 μικρές ευρωπαϊκές γεωργικές εκμεταλλεύσεις (5 εκταρίων) που χρησιμοποιούν καλλιέργειες κάλυψης για ένα έτος. Στο ανώτερο άκρο, τα 16,6 εκατομμύρια ευρώ θα μπορούσαν να βοηθήσουν μεταξύ 1.328 και 7.703 μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις να μειώσουν την κατανάλωση νερού.

ΣΧΕΤΙΚΑ