Το ΔΝΤ βάζει «χαλινάρι» στις κυβερνήσεις και λέει «όχι» σε μέτρα που τροφοδοτούν το Χρέος

Τα κεντρικά γραφεία του ΔΝΤ/ Φωτογραφία AP

Μια ακόμα φωνή προστίθεται σε εκείνες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που… ξορκίζουν μέτρα και παρεμβάσεις με βαρύ δημοσιονομικό αποτύπωμα, παρά το ότι άπαντες κάνουν λόγο για την πιο σοβαρή ενεργειακή κρίση της ιστορίας, που θα μας «συνοδεύει», με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τουλάχιστον ως το 2030.

Υπό τη σκιά της αβεβαιότητας για την κατάληξη των διπλωματικών διαβουλεύσεων και υπό την απειλή επικίνδυνης κλιμάκωσης αν οι Χούθι της Υεμένης εξαπολύσουν επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και μπλοκάρουν έτσι τις ασφαλείς διελεύσεις από το Σουέζ, το ΔΝΤ ζητά σύνεση ως προς τις παρεμβάσεις, με δεδομένο ότι το δημόσιο χρέος να είναι ήδη αυξημένο σε πολλές χώρες.

Οι συστάσεις του ΔΝΤ

Κατά το ΔΝΤ, δημοσιονομική πειθαρχία σημαίνει επιλογή πολιτικών που προστατεύουν τη σταθερότητα σήμερα χωρίς να την υπονομεύουν αύριο. Έτσι, αν οι κυβερνήσεις αποφασίσουν να βοηθήσουν εταιρείες και οικογένειες που αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος ενέργειας ή τροφίμων, αυτή η υποστήριξη θα πρέπει να είναι στοχευμένη και προσωρινή, εστιάζοντας σε εκείνους που είναι πιο εκτεθειμένοι και λιγότερο ικανοί να απορροφήσουν τις αυξήσεις των τιμών. Πολλές χώρες δημιούργησαν αποτελεσματικά δίχτυα κοινωνικής ασφάλειας κατά τη διάρκεια της πανδημίας· αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν —και θα πρέπει— να χρησιμοποιηθούν ξανά.

Από την άλλη, οι χώρες με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο θα πρέπει να αποφεύγουν τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης με πρόσθετο δανεισμό. Μια καλλίτερη προσέγγιση είναι η ανακατανομή των δαπανών εντός των ίδιων ορίων και η ιεράρχηση των δαπανών που σχετίζονται με την κρίση, κάτι που θα μπορούσε να είναι πιο πολιτικά εφικτό. Η εναλλακτική λύση είναι να περιοριστεί το υψηλότερο χρέος και το υψηλότερο κόστος τόκων, κάτι που τελικά θα επιβάλει πιο δύσκολες επιλογές - ή, χειρότερα, θα αποσταθεροποιήσει τις αγορές δημόσιου χρέους και θα επιδεινώσει τις σημερινές συνθήκες.

Το ΔΝΤ κρούει, επίσης, εμμέσως πλην σαφώς τον κώδωνα του κινδύνου αύξησης των επιτοκίων, επισημαίνοντας ότι οι δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές θα πρέπει να συντονίζονται στενά. Με αυτό το δεδομένο, οι έκτακτες δαπάνες δεν θα πρέπει να δημιουργούν νέα συνολική ζήτηση, έτσι ώστε τα μέτρα στήριξης να μην υπονομεύουν τις προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών να περιορίσουν τον πληθωρισμό. Σημειωτέον, σε αυτήν τη γραμμή, αποφυγής τόνωσης της ζήτησης άρα ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων, κινείται και η Κομισιόν.

Είναι ενδεικτικό ότι το Ταμείο σημειώνει ότι γενικά μέτρα όπως οι επιδοτήσεις καυσίμων, ενώ είναι πολιτικά ελκυστικά, είναι δαπανηρά, κακώς στοχευμένα, δύσκολο να αντιστραφούν και ενθαρρύνουν την υψηλότερη κατανάλωση όταν η προσφορά είναι περιορισμένη, ωθώντας τις παγκόσμιες τιμές ακόμη υψηλότερα.

«Τα βραχυπρόθεσμα σοκ δεν πρέπει να αποσπούν την προσοχή από το ευρύτερο έργο που έχουμε μπροστά μας. Η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ανθεκτικότητας απαιτεί αξιόπιστη μεσοπρόθεσμη εξυγίανση. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα μέτρα και ρεαλιστική αλληλουχία, όχι μακρινούς ή μεταβαλλόμενους στόχους», επισημαίνουν οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, συμπληρώνοντας ότι ειδικά από την πλευρά των εσόδων, η διεύρυνση των φορολογικών βάσεων, ο εξορθολογισμός των απαλλαγών και η ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης μπορούν να αυξήσουν τα έσοδα ακόμη και σε περιορισμένα περιβάλλοντα.

Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ

Πριν από τον πόλεμο, τα δημόσια οικονομικά ήταν ήδη πιεσμένα. Η πανδημία, το σοκ των τιμών ενέργειας και τροφίμων του 2022 και οι αυξανόμενες εμπορικές διαταραχές άφησαν τις κυβερνήσεις με υψηλότερο χρέος, ασθενέστερα αποθέματα ασφαλείας και καθυστερημένη προσαρμογή.

Ακόμα και όταν οι οικονομίες ανέκαμψαν, οι δημοσιονομικές θέσεις δεν το έκαναν. Η παγκόσμια ανάπτυξη ήταν ισχυρή το 2025, ωστόσο δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος στην εξυγίανση των προϋπολογισμών. Σε πολλές χώρες, τα ελλείμματα παρέμειναν υψηλά, το χρέος συνέχισε να αυξάνεται και οι λογαριασμοί τόκων αυξήθηκαν ραγδαία.

Όπως τονίζει το ΔΝΤ, οι αριθμοί είναι απογοητευτικοί. Το παγκόσμιο δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμεινε στο 5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος το 2025. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 94% του ΑΕΠ και προβλέπεται να φτάσει το 100% έως το 2029 - ένα χρόνο νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν μόλις πριν από ένα χρόνο. Τα δημόσια οικονομικά σε πολλές χώρες είναι πιο αδύναμα από ό,τι πριν από την πανδημία. Οι δαπάνες για τόκους έχουν αυξηθεί ραγδαία, από 2 σε σχεδόν 3% του ΑΕΠ σε μόλις τέσσερα χρόνια. Ταυτόχρονα, το χάσμα μεταξύ των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών σχεδίων των χωρών και αυτού που θα χρειαζόταν για τη σταθεροποίηση του χρέους παγκοσμίως έχει διευρυνθεί.

Το Ταμείο εκπόνησε ένα δυσμενές σενάριο, στο οποίο οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν 100% υψηλότερες από τις προβλεπόμενες το 2027, οι πληθωριστικές πιέσεις επανεμφανίζονται και οι συνθήκες χρηματοδότησης γίνονται πιο αυστηρές. Υπό αυτές τις συνθήκες, το παγκόσμιο χρέος σε κίνδυνο θα υπερέβαινε το 120% του ΑΕΠ, από 117% στο σενάριο αναφοράς του WEO, με την αύξηση να επικεντρώνεται στις αναδυόμενες αγορές και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

ΣΧΕΤΙΚΑ