Πώς Shein και Temu παρακάμπτουν τον δασμό των 3 ευρώ

NEWSROOM
Shein & Temu
Εφαρμογές Shein & Temu/ φωτο: EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Από την 1η Ιουλίου 2026, κάθε δέμα αξίας κάτω των 150€ που εισέρχεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτη χώρα επιβαρύνεται με δασμό 3 ευρώ ανά κατηγορία προϊόντος. Το μέτρο στοχεύει ευθέως τις μεγάλες κινεζικές e-commerce πλατφόρμες –Shein, Temu, AliExpress– που μέχρι πρότινος εκμεταλλεύονταν το λεγόμενο κενό «de minimis» για να στέλνουν εκατομμύρια μικροδέματα απευθείας από την Κίνα χωρίς κανέναν δασμό.

Η απάντηση των μεγαλύτερων παικτών της αγοράς δεν άργησε να έρθει, και δεν είναι κάποιο νομικό τέχνασμα ή παραθυράκι διαφυγής. Είναι μια πλήρης αναδιάρθρωση του μοντέλου εφοδιαστικής αλυσίδας: η μεταφορά αποθεμάτων σε αποθήκες εντός της ΕΕ.

Πώς λειτουργεί η στρατηγική

Το παραδοσιακό μοντέλο της Shein και της Temu βασιζόταν στην αποστολή «απευθείας στον καταναλωτή» (direct-to-consumer): κάθε online παραγγελία αντιστοιχούσε σε ένα ξεχωριστό δέμα που ταξίδευε αεροπορικώς από κινεζικό εργοστάσιο ή αποθήκη κατευθείαν στην πόρτα του πελάτη στην Ευρώπη. Κάτω από το καθεστώς de minimis, αυτά τα δέματα περνούσαν τα σύνορα χωρίς δασμούς, εφόσον η αξία τους ήταν κάτω των 150€.

Με το νέο τέλος των 3€ ανά κατηγορία προϊόντος, αυτό το μοντέλο γίνεται απότομα υπερβολικά ακριβό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις πολύ χαμηλές τιμές στις οποίες είναι συνήθως διαθέσιμα τα προϊόντα από αυτές τις εταιρείες. Ένα δέμα με τρία διαφορετικά είδη προϊόντων (π.χ. ένα φόρεμα, μια θήκη κινητού, ένα καλώδιο φόρτισης) επιβαρύνεται πλέον με ένα «καπέλο» 9€, ποσό που, σε μια μέση παραγγελία αξίας γύρω στα 30€, ισοδυναμεί περίπου με δασμό 10%.

Η λύση που επέλεξαν οι μεγάλες πλατφόρμες είναι να σταματήσουν να στέλνουν μεμονωμένες παραγγελίες απευθείας από την Κίνα. Αντ' αυτού, αρχικά μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες προϊόντων χύμα σε αποθήκες που βρίσκονται μέσα στην ΕΕ, μέσω τυπικών εμπορικών εισαγωγών. Στη συνέχεια, εκτελούν τις παραγγελίες των πελατών τοπικά, από αυτές τις ευρωπαϊκές αποθήκες, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε ευρωπαϊκός λιανοπωλητής.

Με αυτόν τον τρόπο, χιλιάδες ή εκατομμύρια μεμονωμένα τελωνειακά «γεγονότα» (δηλαδή μεμονωμένα δέματα που υπόκεινται στο τέλος των 3€ το καθένα) συμπτύσσονται σε έναν πολύ μικρότερο αριθμό μεγάλων εμπορικών φορτίων. Αυτά τα φορτία υπόκεινται μεν σε κανονικούς εμπορικούς δασμούς κατά την είσοδό τους στην ΕΕ, όμως αυτό το κόστος επιμερίζεται σε τεράστιο όγκο προϊόντων, αντί να επιβαρύνεται κάθε μεμονωμένη online παραγγελία ξεχωριστά.

Έτσι, όλο και περισσότερα προϊόντα συνοδεύονται πλέον από την ένδειξη «Ships from Europe» ή «EU Warehouse». Στην περίπτωση αυτή, το προϊόν έχει ήδη εισαχθεί μαζικά στην ευρωπαϊκή αγορά και αποστέλλεται από αποθήκες που βρίσκονται εντός ΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η επιβάρυνση των 3 ευρώ δεν επιβάλλεται στον τελικό καταναλωτή, καθώς η εισαγωγή έχει ολοκληρωθεί σε προγενέστερο στάδιο.

Τι έχουν ήδη κάνει οι εταιρείες

Η Shein έχει προχωρήσει σε επέκταση αποθηκευτικού χώρου στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, ενισχύοντας παράλληλα τις χύδην αποστολές προϊόντων προς την ΕΕ πολλούς μήνες πριν από την έναρξη ισχύος του νέου τέλους. Η κίνηση αυτή δεν ήταν αντίδραση της τελευταίας στιγμής, αλλά προετοιμασία εν όψει της αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου, που είχε λάβει την τελική της έγκριση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Φεβρουάριο του 2026.

Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα της Amazon, η οποία, μέσω της χαμηλού κόστους υπηρεσίας της Amazon Haul, δηλώνει ότι το 97% των αποστολών της εντός ΕΕ εκτελείται ήδη από αποθήκες εντός της Ένωσης, γεγονός που την αφήνει σχεδόν ανεπηρέαστη από το νέο τέλος και αναδεικνύει γιατί η τοπική αποθήκευση θεωρείται η «ασφαλής» λύση για όσους θέλουν να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές.

Τι σημαίνει αυτό για τον καταναλωτή

Βραχυπρόθεσμα, η μετάβαση αυτή μπορεί να συνοδευτεί από ταχύτερους χρόνους παράδοσης, καθώς τα προϊόντα δεν χρειάζεται πλέον να ταξιδεύουν αεροπορικώς από την Ασία για κάθε μεμονωμένη παραγγελία. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, αναμένεται να επηρεάσει και τις τιμές: το χαμηλό κόστος λειτουργίας που στήριζε το μοντέλο «απευθείας από το εργοστάσιο» βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αποφυγή δασμών και στη μειωμένη εποπτεία. Καθώς οι εταιρείες αυτές αποκτούν φυσική παρουσία και ενσωματώνονται περισσότερο στο κανονικό εμπορικό πλαίσιο της ΕΕ, είναι πιθανό μέρος αυτού του κόστους να μετακυλιστεί, έστω και σταδιακά, στον τελικό καταναλωτή.

ΣΧΕΤΙΚΑ