«Δεν είμαστε χίπηδες»: Γιατί αυτοί οι αγρότες στην Αϊόβα άφησαν τους χοίρους για τα μανιτάρια

NEWSROOM
Οι φάρμα στην Αιόβα
Οι φάρμα στην Αιόβα / Φωτογραφία 1100farm

Ως αγρότης έκτης γενιάς από την Αϊόβα, ο Τάνερ Φάαμποργκ γνωρίζει καλά ότι οι αγροτικές παραδόσεις δύσκολα αλλάζουν. Έτσι, όταν αποφάσισε να μεταμορφώσει την οικογενειακή φάρμα, από μονάδα εκτροφής περισσότερων από 8.000 χοίρων τον χρόνο σε καλλιέργεια μανιταριών lion’s mane και oyster, περίμενε ότι κάποιοι συνάδελφοί του θα τον αντιμετώπιζαν με σκωπτική διάθεση. Δεν περίμενε όμως ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του θα ήταν ο πρώτος που θα τον αμφισβητούσε.

«Ο αδελφός μου έχει περάσει όλη του την ενήλικη ζωή με τους χοίρους, διαχειριζόμενος περίπου 70.000 ζώα σε πέντε κομητείες», λέει ο Φάαμποργκ. «Αλλά φτάσαμε σε ένα σημείο όπου από το ‘σε κοροϊδεύω’ πέρασε στο ‘μάλλον θα αφήσω τη δουλειά μου για να σε βοηθήσω’».

«Σήμερα είναι ο πιο αφοσιωμένος απ’ όλους», σημειώνει η Κάθριν Τζέρνιγκαν, διευθύντρια του Transfarmation Project στη μη κερδοσκοπική οργάνωση Mercy for Animals, που στήριξε την οικογένεια στην αλλαγή και στην ίδρυση της νέας τους επιχείρησης, 1100 Farm. «Είναι εκείνος που έχει πλέον το καλύτερο ένστικτο για το ποια μανιτάρια αναπτύσσονται σωστά».

Το Transfarmation Project, που ξεκίνησε το 2019, συνεργάζεται με φάρμες σε ολόκληρες τις ΗΠΑ οι οποίες επιδιώκουν να εγκαταλείψουν το μοντέλο της βιομηχανικής κτηνοτροφίας και να στραφούν σε ένα βιώσιμο, ανεξάρτητο μοντέλο παραγωγής.

Η ομάδα παρέχει καθοδήγηση για το πώς μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί η υπάρχουσα υποδομή για λιγότερο εντατικές καλλιέργειες, αλλά και συμβουλές για θέματα αγοράς, branding, απευθείας πωλήσεων και διαδικτυακής παρουσίας. Παράλληλα προσφέρει ερευνητικές και αναπτυξιακές επιχορηγήσεις ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση.

Η οικογένεια Φάαμποργκ πλέον αξιοποιεί την παραγωγή λειτουργικών μανιταριών για να δημιουργεί προϊόντα τα οποία διαθέτει απευθείας στους καταναλωτές.

Ο στόχος είναι η υπέρβαση ενός υπερεντατικού μοντέλου γεωργίας με σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά και η προστασία των ίδιων των αγροτών, πολλοί από τους οποίους βιώνουν ψυχολογική πίεση μέσα στο καθεστώς των λεγόμενων Cafo (concentrated animal-feeding operations). Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορία της οικογένειας Φάαμποργκ δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός κλάδου όπου η συγκέντρωση ισχύος έχει πλήξει άτομα και τοπικές κοινότητες.

«Κάποτε υπήρχαν ανεξάρτητες φάρμες», αναφέρει ο Φάαμποργκ. «Έπειτα κάποιοι με κεφάλαιο αποφάσισαν ότι θέλουν να ελέγχουν κάθε κομμάτι της παραγωγής: τα ζώα, τις ζωοτροφές, τη διανομή, κι εμείς να κάνουμε απλώς τη δουλειά με σύμβαση».

Η οικογένειά του θυμάται τις εποχές που ζούσαν με πιο παραδοσιακό τρόπο, με κοτέτσι, οπωρώνα και δουλειές που έφερναν χαρά και αίσθηση αυτονομίας. Αυτό άλλαξε πριν από περίπου 30 χρόνια, όταν εκπρόσωπος μεγάλης εταιρείας κρέατος χτύπησε την πόρτα τους. Προσφέρθηκαν δάνεια για την κατασκευή μεγάλων χοιροστασίων και την υιοθέτηση του μοντέλου Cafo. Η υπόσχεση ήταν ότι σε μία δεκαετία τα δάνεια θα είχαν αποπληρωθεί και το εισόδημα θα ήταν υψηλότερο. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική.

«Ξαφνικά είχαμε εργοδότη. Έπρεπε να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα για να πάρουμε έναν μισθό και να πληρώσουμε τα δάνεια. Αυτό επιβαρύνει την ψυχολογία σου. Χάνεις την υπερηφάνεια και την αίσθηση αξίας».

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περίπου πριν από μια δεκαετία ο πληθυσμός στις μικρές αγροτικές κοινότητες των ΗΠΑ άρχισε να μειώνεται, καθώς οι νέοι στράφηκαν στις πόλεις για οικονομικές ευκαιρίες. Πολλοί αγρότες που απευθύνονται στο Transfarmation Project αντιμετωπίζουν μη βιώσιμο χρέος λόγω του μοντέλου Cafo. Το ζητούμενο είναι να τους δείξουν ότι υπάρχουν εναλλακτικές, πιο κοντά στην αυτονομία του παρελθόντος.

«Ο ευρύτερος στόχος δεν είναι μόνο η μετάβαση μεμονωμένων φαρμών», τονίζει η Τζέρνιγκαν. «Είναι να αποδείξουμε ότι ένα διαφορετικό σύστημα είναι εφικτό. Πολλοί αγρότες νιώθουν ότι φταίνε οι ίδιοι. Ότι απέτυχαν. Το να καταλάβουν πως βρίσκονται μέσα σε ένα σύστημα στο οποίο είναι σχεδόν αδύνατον να ευημερήσουν… είναι μια αποκάλυψη. Κι αυτό τους βοηθά να δουν ότι υπάρχουν λύσεις.»

Για την οικογένεια Φάαμποργκ, η μετάβαση έχει ξαναδώσει νόημα στη δουλειά τους και τη σχέση τους με τη φύση. Θέλουν να ξέρουν κι άλλοι ότι μια διαφορετική προοπτική είναι εφικτή.

«Δεν ήμασταν ο προφανής υποψήφιος για μια τέτοια αλλαγή», λέει ο Φάαμποργκ. «Δεν είμαστε εύποροι που απλώς είπαν: “ας το δοκιμάσουμε”. Ο πατέρας μου ήταν συγκολλητής επί 40 χρόνια. Τα χοιροστάσια τα είχαμε για πάνω από τρεις δεκαετίες. Οι γονείς μου δεν αγαπούσαν τις αλλαγές. Αλλά αν τα καταφέραμε εμείς, μπορεί κάθε οικογένεια να το κάνει».

ΣΧΕΤΙΚΑ