Smartwatches και GPS δείχνουν πώς η ρύπανση επηρεάζει το σώμα σε πραγματικό χρόνο

NEWSROOM
Smartwatch, καρδιακοί παλμοί
Smartwatch, καρδιακοί παλμοί / φωτο: UNSPLASH

Τα έξυπνα ρολόγια δεν καταγράφουν πλέον μόνο βήματα, παλμούς και ποιότητα ύπνου, αλλά παρέχουν δεδομένα που επιτρέπουν στους επιστήμονες να παρακολουθούν τις «κρυφές» επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην υγεία.

Ειδικότερα, μια νέα πιλοτική μελέτη δείχνει ότι τα έξυπνα ρολόγια, σε συνδυασμό με δεδομένα GPS και σύντομα ερωτηματολόγια διάθεσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποτυπώσουν πώς η ατμοσφαιρική ρύπανση και η ζέστη επηρεάζουν τον οργανισμό μέσα στην καθημερινότητα. Η μελέτη έγινε από ερευνητές του City University of New York και δημοσιεύθηκε στο JMIR Formative Research.

Η ιδέα πίσω από την έρευνα είναι απλή αλλά σημαντική: οι άνθρωποι δεν μένουν όλη την ημέρα στο ίδιο σημείο, αλλά μετακινούνται από το σπίτι στη δουλειά, στα μέσα μεταφοράς, σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους. Έτσι, οι κλασικές μετρήσεις που βασίζονται σε σταθερούς σταθμούς παρακολούθησης ή στη διεύθυνση κατοικίας δεν αρκούν πάντα για να δείξουν τι πραγματικά εισπνέει ή βιώνει κάποιος μέσα στην ημέρα.

Η διαδικασία

Στο πλαίσιο της δοκιμής, επτά νέοι ενήλικες φόρεσαν Fitbit Charge 6 για περίπου τέσσερις εβδομάδες, από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο του 2025. Τα ρολόγια κατέγραφαν στοιχεία όπως καρδιακό ρυθμό, μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού, αναπνοή, ύπνο και σωματική δραστηριότητα. Παράλληλα, τα κινητά τους παρείχαν δεδομένα τοποθεσίας, ενώ οι ίδιοι συμπλήρωναν σύντομες έρευνες για τη διάθεσή τους μέσα στην ημέρα.

Οι ερευνητές συνέδεσαν τις διαδρομές των συμμετεχόντων με περιβαλλοντικά δεδομένα, όπως θερμοκρασία, υγρασία, μικροσωματίδια, διοξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του θείου, όζον και μονοξείδιο του άνθρακα. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να δουν όχι μόνο σε τι εκτίθεται κάποιος, αλλά και πώς αντιδρά το σώμα και η ψυχολογία του λίγο μετά την έκθεση.

Τα πρώτα αποτελέσματα έδειξαν ότι η υψηλότερη έκθεση σε ζέστη και διοξείδιο του αζώτου συνδέθηκε με αλλαγές στη μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού, έναν δείκτη που σχετίζεται με την ικανότητα του οργανισμού να επανέρχεται μετά από στρες. Αντίστοιχα, η μεγαλύτερη έκθεση σε διοξείδιο του θείου συνδέθηκε με πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα, όπως νευρικότητα και αίσθημα απελπισίας.

Υπήρξε και ένα πιο απρόσμενο εύρημα: σε περιόδους μεγαλύτερης ζέστης, οι συμμετέχοντες ανέφεραν χαμηλότερα επίπεδα λύπης. Οι ερευνητές δεν θεωρούν ότι αυτό σημαίνει πως η ζέστη «βελτιώνει» τη διάθεση. Πιθανότερα, το αποτέλεσμα σχετίζεται με άλλους παράγοντες, όπως περισσότερη κοινωνική δραστηριότητα ή χρόνο σε εξωτερικούς χώρους, γι’ αυτό και χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες.

Η ομάδα τονίζει ότι τα συμπεράσματα είναι προκαταρκτικά, καθώς το δείγμα ήταν πολύ μικρό. Από τους επτά συμμετέχοντες, οι πέντε κάλυψαν τους βασικούς στόχους συμμετοχής της μελέτης, ενώ καταγράφηκαν και πρακτικές δυσκολίες, όπως το να ξεχνούν κάποιοι να φορέσουν ξανά το ρολόι ή να χρησιμοποιούν σωστά το σύστημα.

Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη δείχνει έναν νέο δρόμο για την περιβαλλοντική επιδημιολογία. Αντί οι επιστήμονες να εκτιμούν την έκθεση ενός ανθρώπου μόνο με βάση το πού μένει, μπορούν να δημιουργούν ένα πιο προσωπικό προφίλ κινδύνου, που ακολουθεί τις πραγματικές του μετακινήσεις και τις καθημερινές του συνήθειες.

Η προοπτική αυτή θα μπορούσε στο μέλλον να έχει και κλινική αξία. Για παράδειγμα, για άτομα με καρδιολογικά, αναπνευστικά ή ψυχικά προβλήματα, η παρακολούθηση της έκθεσης σε ζέστη και ρύπανση σε πραγματικό χρόνο θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να δίνουν πιο εξατομικευμένες οδηγίες. Η ερευνητική ομάδα ήδη προχωρά σε μεγαλύτερη μελέτη, με χρηματοδότηση από τα National Institutes of Health, εξετάζοντας πώς περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και την ψυχική υγεία εφήβων.

ΣΧΕΤΙΚΑ