H ΕΕ ανοίγει τον διαγωνισμό για επτά AI Gigafactories - Και η Ελλάδα στους υποψήφιους

NEWSROOM
AI - Τεχνητή νοημοσύνη
AI - Τεχνητή νοημοσύνη/ φωτο: unsplash

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε επίσημα, την Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026, στην ενεργοποίηση του διαγωνισμού για τη δημιουργία έως και επτά «AI Gigafactories» σε όλη την επικράτεια της Ένωσης, σε μια κίνηση που σηματοδοτεί την πιο φιλόδοξη προσπάθεια της Ευρώπης να αποκτήσει δική της, κυριαρχική υποδομή για την εκπαίδευση προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.

Τι είναι τα AI Gigafactories

Πρόκειται για γιγαντιαίες εγκαταστάσεις υπολογιστικής ισχύος, εξοπλισμένες με εξειδικευμένα, τελευταίας τεχνολογίας τσιπ, σχεδιασμένες ειδικά για την εκπαίδευση της επόμενης γενιάς συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης —κυρίως των πιο προηγμένων γλωσσικών μοντέλων (LLMs), τα οποία απαιτούν επεξεργασία τρισεκατομμυρίων δεδομένων. Κάθε gigafactory αναμένεται να διαθέτει τουλάχιστον 100.000 τσιπ αιχμής, περίπου τετραπλάσια υπολογιστική ισχύ σε σχέση με τα υφιστάμενα κέντρα δεδομένων που λειτουργούν σήμερα στην ΕΕ.

Η ιδέα εντάσσεται στο ευρύτερο σχέδιο δράσης «AI Continent», που ανακοινώθηκε τον Απρίλιο του 2025, με στόχο να μετατρέψει τις παραδοσιακά ισχυρές ευρωπαϊκές βιομηχανίες και το ανθρώπινο δυναμικό της ηπείρου σε ισχυρούς μοχλούς καινοτομίας στην τεχνητή νοημοσύνη. Η αρχική εξαγγελία για τη δημιουργία AI gigafactories είχε γίνει από την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στη Σύνοδο Κορυφής για την Τεχνητή Νοημοσύνη στο Παρίσι, τον Φεβρουάριο του 2025, με τη φιλοδοξία να αναπαραχθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο η επιτυχία εργαστηρίων όπως το CERN στη Γενεύη.

Το ύψος της χρηματοδότησης

Η Κομισιόν δεσμεύει 10 δισ. ευρώ (περίπου 11,4-11,5 δισ. δολάρια) σε ενωσιακή και εθνική χρηματοδότηση, με στόχο να προσελκύσει επιπλέον 20 δισ. ευρώ από ιδιωτικές επενδύσεις, δηλαδή συνολικά περίπου 30 δισ. ευρώ. Στη χρηματοδότηση συμμετέχουν 18 κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων η Ιρλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Σουηδία, τα οποία θα συνεισφέρουν αντίστοιχα κεφάλαια.

Ο διαγωνισμός χωρίζεται σε δύο «κατηγορίες» (lots) με διαδοχικές φάσεις ανάπτυξης:

  • 1η κατηγορία: θα στηρίξει τέσσερα gigafactories, με κάθε ένα να μπορεί να λάβει έως 100 εκατ. ευρώ ενωσιακής χρηματοδότησης στην πρώτη φάση και έως 400 εκατ. ευρώ στη δεύτερη.
  • 2η κατηγορία: θα στηρίξει τρία ακόμη έργα, πολύ μεγαλύτερα, με έως 200 εκατ. ευρώ ανά έργο στην αρχική φάση και έως 800 εκατ. ευρώ στη δεύτερη.

Η Κομισιόν είχε αρχικά σχεδιάσει τέσσερα με πέντε gigafactories, όμως, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος από τη βιομηχανία —76 πιθανές κοινοπραξίες έχουν εκδηλώσει προκαταρκτικό ενδιαφέρον— αποφάσισε να διευρύνει τον αριθμό σε επτά, ώστε να διασφαλιστεί και μια πιο ισορροπημένη γεωγραφική κατανομή των υποδομών.

Μεταξύ των χωρών που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για τη φιλοξενία ενός gigafactory βρίσκεται και η Ελλάδα, όπως και οι: Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Πολωνία, Τσεχία, Δανία, Φινλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία.

Διαδικασία και χρονοδιάγραμμα

Η υποβολή προσφορών θα κλείσει στις 12 Νοεμβρίου 2026. Η Επιτροπή αναμένεται να ανακοινώσει τους επιτυχόντες υποψηφίους στις αρχές του 2027, ενώ οι εγκαταστάσεις προβλέπεται να τεθούν σε λειτουργία εντός 18 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, με στόχο να είναι πλήρως λειτουργικές έως τα μέσα του 2028.

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν κοινοπραξίες ή σχήματα ειδικού σκοπού που απαρτίζονται από παρόχους τεχνολογίας, παρόχους υπηρεσιών cloud, δημόσιους φορείς και επενδυτές. Ήδη, εταιρείες όπως η AMD, η Nvidia και η Qualcomm έχουν υπογράψει επιστολές πρόθεσης με την Κομισιόν για την προμήθεια τσιπ στις κοινοπραξίες που θα συμμετάσχουν στα έργα.

Τα νέα gigafactories θα προστεθούν στο υφιστάμενο δίκτυο των 19 «AI factories» που λειτουργούν ήδη από τη Φινλανδία έως την Ισπανία, με αποτέλεσμα η συνολική υπολογιστική ισχύς της ΕΕ να υπερδιπλασιαστεί όταν τεθούν σε λειτουργία τα νέα κέντρα.

Ο στόχος: τεχνολογική κυριαρχία

Η υπεύθυνη της Κομισιόν για την τεχνολογική κυριαρχία, Χένα Βιρκούνεν, δήλωσε ότι η πρόσβαση στην ακατέργαστη υπολογιστική ισχύ των AI Gigafactories αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα για την Ευρώπη, καθώς η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης επιταχύνεται.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανησυχιών των Βρυξελλών σχετικά με την εξάρτηση από ξένους παρόχους τεχνολογίας, η οποία θεωρείται, από ορισμένους ηγέτες της Ένωσης, ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης εναντίον των Ευρωπαίων. Σύμφωνα με έκθεση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ για το 2025, η Ευρώπη υστερεί σημαντικά έναντι ΗΠΑ και Κίνας σε κρίσιμους τομείς για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ, σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν, η Ευρώπη δεν κατασκευάζει τα περισσότερα από τα εξαρτήματα που απαιτούνται για κέντρα δεδομένων και το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ μπορεί να είναι διπλάσιο ή τριπλάσιο σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Κριτική και προβληματισμοί

Παρά τον ενθουσιασμό, η πρωτοβουλία δεν είναι απαλλαγμένη από επικρίσεις. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Κομισιόν έχει καθυστερήσει επανειλημμένα το εγχείρημα, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η ρητορική περί επείγουσας ανάγκης σύγκλισης με ΗΠΑ και Κίνα. Παράλληλα, ειδικοί προειδοποιούν ότι ο διαγωνισμός ενδέχεται να είναι βεβιασμένος, αφήνοντας περιθώρια στις ιδιωτικές εταιρείες να λειτουργήσουν με μεγαλύτερη ελευθερία κατά την υλοποίηση των έργων.

Ερευνήτρια πολιτικής της δεξαμενής σκέψης Interface, η Μαρία Νόβιτσκα, ανέφερε στο EUobserver ότι, παρότι ο διαγωνισμός περιλαμβάνει αναφορές σε ενεργειακή απόδοση, δικτύωση και ανθεκτικότητα εφοδιαστικής αλυσίδας, ορισμένες από τις απαιτήσεις αυτές παραμένουν σκόπιμα ασαφείς, με κίνδυνο κάθε gigafactory να ακολουθήσει τη δική του ατζέντα αντί να εντάσσεται σε μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική.

Επιπλέον, παρατηρητές σημειώνουν πως, παρά τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της χρηματοδότησης, τα τσιπ που θα τροφοδοτήσουν τις υποδομές αυτές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμερικανικής προέλευσης, γεγονός που θέτει ερωτηματικά για το πραγματικό βάθος της τεχνολογικής «ανεξαρτησίας» που επιδιώκει η Ένωση.

Τι ακολουθεί

Το εγχείρημα των AI Gigafactories αποτελεί, σύμφωνα με την Κομισιόν, τη μεγαλύτερη δημόσια-ιδιωτική σύμπραξη παγκοσμίως για την ανάπτυξη «αξιόπιστης» τεχνητής νοημοσύνης. Η αρχική χρηματοδότηση προέρχεται από υπάρχοντα ενωσιακά προγράμματα με ψηφιακή συνιστώσα, όπως το Digital Europe Programme, το Horizon Europe και το InvestEU, ενώ τα κράτη-μέλη μπορούν να συνεισφέρουν και μέσω κονδυλίων συνοχής.

Μέχρι να κλείσει ο διαγωνισμός τον Νοέμβριο και να ανακοινωθούν οι νικητές το 2027, το στοίχημα παραμένει ανοιχτό: θα καταφέρει η Ευρώπη να χτίσει έγκαιρα τη δική της υποδομή τεχνητής νοημοσύνης, ή θα συνεχίσει να τρέχει πίσω από ΗΠΑ και Κίνα σε έναν κλάδο όπου ο χρόνος μετράει διπλά;

ΣΧΕΤΙΚΑ