Καφές: Γιατί συνεχίζει να ακριβαίνει - Η μακριά πορεία του μέχρι το φλυτζάνι

NEWSROOM
Φωτογραφία: Shutterstock
Φωτογραφία: Shutterstock

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι γεωπολιτικές εντάσεις και το αυξημένο ενεργειακό κόστος συνέβαλαν στην αύξηση του κόστους παραγωγής γάλακτος και καφέ, των βασικών συστατικών των περισσότερων ροφημάτων καφέ. Με τον υψηλό πληθωρισμό και την έλλειψη εργατικού δυναμικού, πολλά καταστήματα αναγκάσθηκαν να κάνουν αυτό που θεωρούν λογικό: να αυξήσουν τις τιμές.

«Κάθε φλιτζάνι καφέ είναι ένα μικρό θαύμα», δηλώνει η Λαουρέν Κράμπε, ιδιοκτήτρια του Andytown, ενός καφέ στο Σαν Φρανσίσκο που αύξησε τις τιμές πέρυσι.

Οι καλλιέργειες καφέ - κυρίως στη Βραζιλία, το Βιετνάμ και την Κολομβία- βρίσκονται στο έλεος των μεταβαλλόμενων καιρικών συνθηκών. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες στη Βραζιλία το 2021 μείωσαν την αναμενόμενη συγκομιδή, στέλνοντας τις τιμές της χονδρικής πώλησης του καφέ στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.

Για πολλούς μικροκαλλιεργητές το να βγάλουν κέρδος δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν την αύξηση στο κόστος των πρώτων υλών και τις ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό. «Κάποιος μπορεί να μαζεύει καφέ όλη μέρα και να βγάζει 5 μεροκάματο 5 δολαρίων», επισημαίνει η Μάιρα Ορελάνα-Πάουελ, ιδρύτρια της Catracha Coffee. Η εταιρεία της βοηθά τους μικρούς παραγωγούς καφέ στη Σάντα Έλενα της Ονδούρας να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά του specialty καφέ, μια κατηγορία της οποίας η ζήτηση διαρκώς μεγαλώνει από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και γενικά πληρώνει τους αγρότες καλύτερα σε σχέση με άλλες κατηγορίες καφέ. .

Συνολικά, η τιμή της ποικιλίας καφέ αράμπικα έχει αυξηθεί περισσότερο από 40% σε σχέση με πριν από την πανδημία, ενώ πέρυσι είχε ανέβει ακόμη περισσότερο πριν σημειώσει μια κάποια υποχώρηση φέτος.

Από τη στιγμή που οι κόκκοι καβουρδίζονται και πωλούνται στις καφετέριες, κοστίζουν 10 δολάρια ή και περισσότερα ανά κιλό, ανάλογα με το μείγμα. Από την άλλη, ακόμη και η τιμή του καφέ ως εμπορεύματος να μειωθεί, είναι λίγο δύσκολο να μειωθεί η τιμή στο λιανικό εμπόριο.

«Οι έμποροι στο λιανικό εμπόριο, μόλις αυξήσουν την τιμή, τείνουν να μην τη μειώσουν, επειδή γνωρίζουν ότι τα περιθώρια κέρδους τους θα μικρύνουν», δήλωσε η Τζούντι Γκέινς, πρόεδρος της J Ganes Consulting, η οποία συνεργάζεται με εταιρείες τροφίμων και αγροτικών προϊόντων.

Από τη μεριά της, η Ορελάνα-Πάουελ υπενθυμίζει στους γνωστούς τους ότι η πρωινή κούπα τους καφέ είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας μακράς και επίπονης διαδικασίας. «Οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζουν τον καφέ ως είδος πολυτελείας. Και θα έπρεπε», σύμφωνα με τον Λόουελ Πάουελ, σύζυγο και συνιδρυτή της εταιρείας.

Το αγελαδινό γάλα είναι το παραδοσιακό συμπλήρωμα του καφέ, η λιανική τιμή του οποίου έχει πάρει την ανιούσα. Η αύξηση της τιμής μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην αύξηση των τιμών των ζωοτροφών, κάτι που ανεβάζει το κόστος στην παρασκευή του ροφήματος

Όμως το αγελαδινό γάλα δεν είναι ο μόνος τύπος γάλακτος που μπορεί να επιλέξουν οι καταναλωτές. Όλο και περισσότερο, ζητούν γάλα βρώμης, αμυγδάλου ή σόγιας. Το γάλα φυτικής προέλευσης κοστίζει συχνά περίπου δύο φορές περισσότερο από το αγελαδινό γάλα, ανάλογα με τον συγκεκριμένο τύπο και το κατάστημα, σύμφωνα με την εταιρεία δεδομένων για τις τιμές των εμπορευμάτων Mintec.

Οι καφετέριες συχνά χρεώνουν περισσότερα για το γάλα φυτικής προέλευσης για να καλύψουν τη διαφορά, αν και τα καταστήματα απαλλάσσονται όλο και περισσότερο από την προσαύξηση καθώς τα γάλατα φυτικής προέλευσης καθίστανται όλο και πιο δημοφιλή. Η Caribou Coffee, μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες στις ΗΠΑ, επιτρέπει πλέον στους πελάτες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Perks να επιλέγουν οποιοδήποτε γάλα χωρίς επιπλέον κόστος, εάν παραγγέλνουν όμως μέσω της εφαρμογής της.

Ενώ οι τιμές του καφέ και του γάλακτος έχουν αυξηθεί, οι επιπτώσεις τους ωχριούν μπροστά σε ένα από τα μεγαλύτερα έξοδα για τις καφετέριες: το εργατικό κόστος, σύμφωνα με τη Γκέινς.

Οι εργαζόμενοι στους χώρους εστίασης πιέζουν για υψηλότερους μισθούς. Πολλά καταστήματα αύξησαν τους μισθούς και τα προνόμια για να κρατήσουν τους εργαζόμενους και να προσελκύσουν νέους.

Ο Τζόναθαν Τάουνσεντ, διευθυντής της εταιρείας εκπαίδευσης μπαρίστα, του Institute of Coffee, δήλωσε ότι οι μπαρίστας αξίζουν περισσότερα χρήματα εν μέσω της «κρίσης στο κόστος διαβίωσης, που οφείλεται κυρίως στον υψηλότερο πληθωρισμό.

«Είναι μια επίπονη δουλειά να εξυπηρετείς πελάτες όλη μέρα και θα πρέπει να διατίθενται περισσότερα χρήματα για αυτόν τον ρόλο, καθώς και για να ενθαρρύνουμε ένα πιο ποικιλόμορφο εργατικό δυναμικό», υπογραμμίζει ο Τάουνσεντ.

Από το 2021, οι εργαζόμενοι της αλυσίδας Starbucks σε εκατοντάδες καταστήματα στις ΗΠΑ ψήφισαν υπέρ της ίδρυσης μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η εταιρεία δήλωσε ότι το μέσο ωρομίσθιο διαμορφώνεται επί του παρόντος σε περίπου 17,50 δολάρια. Ανακοίνωσε επίσης άλλη μια αύξηση που θα τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου, όμως ξεκαθάρισε ότι ορισμένες από τις νέες παροχές δεν θα προσφέρονται στα καταστήματα που έχουν εργαζόμενους που έχουν συνδικαλιστεί.

Στο Σαν Φρανσίσκο, η Κράμπε λέει ότι οι μισθοί και οι παροχές για τους υπαλλήλους της αποτελούν σχεδόν το 40% του κόστους κάθε καφέ.

Μαζί με την πληρωμή και την εκπαίδευση των εργαζομένων, οι ιδιοκτήτες έχουν μια σειρά από άλλα έξοδα. Η καφετέρια πρέπει να πληρώνει ενοίκιο, φόρους και το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Και όπως πιθανότατα γνωρίζουν όλοι οι τιμές σε όλα αυτά αυξάνονται.

Την πρώτη φορά που η Κράμπε αύξησε τις τιμές, ήταν για να καλύψει το κόστος της ασφάλισης των εργαζομένων. Πιο πρόσφατα, ήταν επειδή ο πληθωρισμός και οι δυσχέρειες στην αλυσίδα εφοδιασμού είχαν κάνει σχεδόν κάθε αντικείμενο της επιχείρησής της πιο ακριβό, από τους κόκκους καφέ και το γάλα μέχρι τα φλιτζάνια και τα καπάκια.

Η ίδια προσπαθεί να συμβαδίζει με την αύξηση του κόστους χωρίς να αποξενώνει τους καθημερινούς πελάτες.
«Αυτό είναι το τεντωμένο σχοινί που περπατάμε όλοι στη βιομηχανία του καφέ. Πρέπει να τον κρατάμε προσιτό, ώστε να παραμένει μια καθημερινή συνήθεια», τονίζει.

Στο Ντάλας, ο Άνταμ Λόουες, συνιδιοκτήτης του LDU Coffee To Go, δηλώνει «έκπληκτος» όταν βλέπει τι χρεώνουν ορισμένα καταστήματα για τον καφέ αυτή τη στιγμή. Ο Λόουες χρεώνει μια βασική τιμή για έναν latte στα 4 δολάρια (όταν στις ΗΠΑ η μέση τιμή έχει διαμορφωθεί στα 6 δολάρια), θέλοντας να αποκομίσει κέρδη από τον όγκο πωλήσεων και όχι από το ποσοστό επί της λιανικής τιμής.

Παρόλα αυτά, το αυξανόμενο κόστος συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους. «Κάθε προϊόν που παραγγέλνω έχει αυξηθεί», υπογραμμίζει.

Κάποιες μέρες, ο απλός καφές δεν είναι αρκετός για κάποιους. Ίσως να θέλουν να προσθέσουν σιρόπι, ένα σοκολατένιο πασπάλισμα, ή λίγη σαντιγί. Η παραγγελία μπορεί να διαφέρει, εντούτοις αυτό το επιπλέον γαρνίρισμα δεν είναι δωρεάν. Ως επί το πλείστον, αυτού του είδους οι επιπλέον απολαύσεις καθιστούν το καθημερινό ρόφημα περισσότερο ακριβό από ότι είναι.








ΣΧΕΤΙΚΑ