Γιατί η Ευρώπη χάνει business 97 δισ. ευρώ τον χρόνο από τα τρένα

NEWSROOM
Τρένο, Φλωρεντία
Τρένο, Φλωρεντία / φωτο; Unsplash

Η παγκόσμια αγορά σιδηροδρόμων αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, καθώς κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο αυξάνουν τις επενδύσεις σε τρένα και σιδηροδρομικές υποδομές. Ωστόσο, η Ευρώπη δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να εξασφαλίσει μερίδιο της πίτα, καθώς πολλές χώρες ενισχύουν την εγχώρια παραγωγή και υψώνουν νέους εμπορικούς φραγμούς.

Οι περιορισμοί αυτοί αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για τους ευρωπαϊκούς ομίλους του κλάδου, αποκλείοντάς τους ουσιαστικά από μια αγορά συνολικής αξίας περίπου 97 δισ. ευρώ ετησίως. Το παράδοξο αυτό αναδεικνύει και η μελέτη World Rail Market Study 2026, την οποία εκπόνησε η Bain & Company για την Ευρωπαϊκή Ένωση Βιομηχανίας Σιδηροδρομικού Εξοπλισμού (UNIFE).

Η «πίτα» μεγαλώνει, αλλά η πρόσβαση περιορίζεται

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης που καλύπτει 66 χώρες, δηλαδή το 99% της παγκόσμιας σιδηροδρομικής κίνησης, και δημοσιεύεται ανά δύο χρόνια, είναι ότι ενώ η παγκόσμια ζήτηση για τρένα και σιδηροδρομικές υποδομές αυξάνεται, οι ευρωπαϊκές εταιρείες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να μπουν στις πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες αγορές.

Πιο αναλυτικά, οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν σήμερα ουσιαστική πρόσβαση μόλις στο 56% της παγκόσμιας αγοράς σιδηροδρόμων, από 59% που ήταν στην προηγούμενη μελέτη του 2024. Τα νούμερα αυτά δείχνουν ότι η Ευρώπη κατέχει ένα πολύ μικρό ποσοστό συμμετοχής, το οποίο μάλιστα επιδεινώνεται εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες.

Παράλληλα, η τάση αυτή εντοπίζεται κυρίως σε μεγάλες και ταχύτατα αναπτυσσόμενες αγορές, όπως η Κίνα, η Ινδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι κυβερνήσεις έχουν εντείνει τις προσπάθειες για ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί προμηθευτές συχνά είτε δεν μπορούν να συμμετάσχουν απευθείας σε δημόσιους διαγωνισμούς είτε καλούνται να πληρούν αυστηρούς όρους τοπικής παραγωγής.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, οι ξένες εταιρείες υποχρεώνονται να κατασκευάζουν τον εξοπλισμό εντός της χώρας, να συμμετέχουν σε κοινοπραξίες με τοπικούς εταίρους ή να αναλαμβάνουν υπηρεσίες, όπως η συντήρηση, μέσω εγχώριων δομών αντί να τις αναθέτουν εξωτερικά.

Το πρόβλημα σήμερα

Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια αγορά σιδηροδρόμων ανακάμπτει και αναπτύσσεται με ιδιαίτερα ισχυρούς ρυθμούς.

Όπως σημειώνει το δημοσίευμα του Reuters, παρά τις αυξανόμενες προκλήσεις η παγκόσμια αγορά σιδηροδρομικών μεταφορών αναμένεται να αυξηθεί στα 266,8 δισεκατομμύρια ευρώ το 2029-2031 από 221 δισεκατομμύρια ευρώ το 2023-2025, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,2%. Οι σιδηρόδρομοι έχουν ανακάμψει σε μεγάλο βαθμό από τις διαταραχές της αλυσίδας εφοδιασμού και την πτώση της ζήτησης που προκλήθηκαν από την πανδημία COVID-19.

Παράλληλα, οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις επενδύσεις στις σιδηροδρομικές υποδομές στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού των εκπομπών και μεταφοράς μεγαλύτερου μέρους επιβατών και εμπορευμάτων από τις οδικές και αεροπορικές μεταφορές προς το τρένο.

Συνεπώς, όπως δήλωσε ο Γενικός Διευθυντής της UNIFE, Enno Wiebe η ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη και οι πλήρεις παραγγελίες για τον κλάδο είναι αναμφισβήτητα πολύ θετικές, ωστόσο η μείωση της παγκόσμιας πρόσβασης για τον Ευρωπαϊκό Κλάδο Σιδηροδρομικού Εφοδιασμού προκαλεί ανησυχία ειδικά για τρίτη συνεχόμενη μελέτη.

ΣΧΕΤΙΚΑ