Τεράστιο επενδυτικό «κενό» για την «Πράσινη Μετάβαση»

Φωτογραφία από Shutterstock/ maeching chaiwongwatthana

Μετ' εμποδίων θα επιχειρήσει να πιάσει η Ευρώπη τους φιλόδοξους κλιματικούς και ψηφιακούς στόχους, καθώς πριν καλά- καλά συνέλθουν οι οικονομίες από την περιπέτεια του κορωνοϊού βρίσκονται αντιμέτωπες με την ασύμμετρη απειλή ενός πολέμου.

Στο κείμενο των Οδηγιών, που δημοσιοποίησε η Κομισιόν, ένας από τους άξονες είναι η ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ωστόσο αυτό που σοκάρει είναι το μέγεθος των κεφαλαίων που θα απαιτηθούν ή αντιστρόφως το επενδυτικό «κενό», που πρέπει να καλυφθεί, έτσι ώστε να μη χαθούν οι στρατηγικοί στόχοι της δεκαετίας.

Με φόντο την κούρσα των τιμών στην Ενέργεια και την κατάσταση συναγερμού που έχουν τεθεί όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων αλλά και την εξεύρεση εναλλακτικών πηγών εξασφάλισης της ενεργειακής επάρκειας, η Κομισιόν επισημαίνει ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι του Green Deal, θα απαιτηθούν πρόσθετες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις 520 δισ ευρώ ετησίως ως το 2030! Όσον αφορά στο στόχο της Ψηφιακής Μετάβασης, το επενδυτικό “κενό” υπολογίζεται σε 125 δισ ευρώ το χρόνο, για την επόμενη 10ετία!

Όπως τονίζει η Κομισιόν, τα περισσότερα από αυτά τα κεφάλαια θα κινητοποιηθούν από ιδιώτες, ωστόσο ο δημόσιος τομέας καλείται να παίξει το ρόλο του με συμπληρωματικές χρηματοδοτήσεις, με τις κατάλληλες πολιτικές, projects που θα άρουν τα ρίσκα της αγοράς και θα κατευθύνουν τους ιδιώτες. Ως «κλειδί» χαρακτηρίζεται ο συντονισμός όλων των παραγόντων, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών- μελών και των ιδιωτών, διασφαλίζοντας τη συνάφεια των επενδυτικών και μεταρρυθμιστικών πολιτικών σε όλα τα επίπεδα.

Σύμφωνα με τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών, όλα τα κράτη- μέλη θα πρέπει να προστατέψουν τις επενδύσεις κι όπου είναι αναγκαίο να επεκτείνουν τα εθνικά προγράμματα επενδύσεων, ειδικά στα πεδία της «πράσινης» και ψηφιακής μετάβασης, δίνοντας έμφαση σε επενδύσεις υψηλής ποιότητας, σε ευθεία γραμμή με τα επενδυτικά projects που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η κεντρική οδηγία στις κυβερνήσεις είναι, μάλιστα, να ανακατευθύνουν τις δημοσιονομικές πολιτικές, προκειμένου να υποβοηθήσουν τη «δίδυμη» μετάβαση. Η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή από τις χώρες με υψηλό Χρέος- όπως η Ελλάδα- δεν θα πρέπει να γίνει, μάλιστα, σε βάρος των επενδύσεων, αλλά να επιτευχθεί με «συμμάζεμα» των λοιπών κρατικών δαπανών.

Αυτή η τελευταία αιχμή θα έλεγε κανείς ότι «φωτογραφίζει» (και) την Ελλάδα, η οποία ειδικά τη «μαύρη» περίοδο των Μνημονίων, χρησιμοποίησε κατά κόρον το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ως... «μαξιλάρι» για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Η Αθήνα διαβεβαιώνει ότι αυτά ανήκουν στο παρελθόν.

Το 2020 οι δαπάνες του ΠΔΕ ανήλθαν σε 6,4% του ΑΕΠ, σημειώνοντας πολύ σημαντική αύξηση (88,7%) σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η οποία αποδίδεται κατά κύριο λόγο στη χρηματοδότηση επιπρόσθετων δράσεων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της υγειονομικής κρίσης. Για το 2022 προβλέπονται συνολικά να δαπανηθούν μέσω του ΠΔΕ, λαμβάνοντας υπόψη της δημοσιονομικές δαπάνες του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, πόροι συνολικού ύψους 11 δισ. ευρώ που αντιπροσωπεύουν το 5,9% του ΑΕΠ της χώρας, και κατανέμονται σε 6,5 δισ. ευρώ για έργα που θα χρηματοδοτηθούν και από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 1,3 δισ. ευρώ για έργα που θα χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από εθνικούς πόρους και 3,2 δισ. ευρώ για τα έργα και μεταρρυθμίσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

ΣΧΕΤΙΚΑ