Αεροπορικές σε κρίση: Ακριβότερα καύσιμα, λιγότερα ταξίδια και κίνδυνος λουκέτων στις εταιρείες
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει αρχίσει να επηρεάζει σημαντικά την παγκόσμια προσφορά καυσίμων αεροσκαφών, με αποτέλεσμα πολλές αεροπορικές εταιρείες διεθνώς να προχωρούν σε εκτεταμένες περικοπές χωρητικότητας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Cirium, μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, έχουν αφαιρεθεί περίπου 2 εκατομμύρια διαθέσιμες θέσεις από τα προγράμματα πτήσεων του Μαΐου, ενώ πολλές αεροπορικές έχουν αναστείλει ολοκληρωτικά τη λειτουργία τους.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την εκτόξευση του κόστους καυσίμων, το οποίο έχει διπλασιαστεί μετά την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν, δημιουργώντας ισχυρές πιέσεις στον κλάδο των αερομεταφορών.
Το στοίχημα των έξι εβδομάδων
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας έχει προειδοποιήσει πρόσφατα ότι τα διαθέσιμα αποθέματα καυσίμων ενδέχεται να επαρκούν για περίπου έξι εβδομάδες πτήσεων, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για τη συνέχιση των αερομεταφορών χωρίς διαταραχές.
Ο οργανισμός, που παρέχει συμβουλές σε 32 χώρες για ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, εκτιμά ότι αν η Ευρώπη δεν καλύψει τουλάχιστον το 50% των εισαγωγών της από τη Μέση Ανατολή, τα αποθέματα μπορεί να φτάσουν σε κρίσιμα επίπεδα, οδηγώντας ακόμη και σε ακυρώσεις πτήσεων, κάτι που ήδη έχει αρχίσει να παρατηρείται εκτεταμένα.
Το κλείσιμο αεροδρομίων στον Κόλπο, δηλαδή κομβικών σημείων για τις συνδέσεις Ευρώπης και Ασίας, επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στα διεθνή δίκτυα πτήσεων. Μεγάλες εταιρείες, όπως η Emirates, η Etihad Airways και η Qatar Airways, έχουν ήδη προχωρήσει σε ακυρώσεις και αλλαγές δρομολογίων, ενώ διεθνείς αερομεταφορείς, όπως η British Airways, η United Airlines και η All Nippon Airways προσαρμόζουν τις επιχειρησιακές τους στρατηγικές.
Χιλιάδες πτήσεις έχουν ήδη ακυρωθεί, ενώ αρκετές αεροπορικές εταιρείες στρέφονται μαζικά στη χρήση μικρότερων και πιο αποδοτικών αεροσκαφών, προκειμένου να περιορίσουν την κατανάλωση καυσίμων. Παράλληλα, αναμένεται άνοδος στις τιμές των εισιτηρίων, με το αυξημένο κόστος να αντανακλά αναπόφευκτα και στη τσέπη των επιβατών.
Η Spirit Airlines το πρώτο θύμα του κλάδου
Σύμφωνα με στοιχεία του CNN, η Spirit Airlines, η αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους ανακοίνωσε τον τερματισμό της λειτουργίας της.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, η εταιρεία κατέληξε σε οριστική παύση λειτουργίας, με όλες τις πτήσεις της να ακυρώνονται και περίπου 17.000 μέλη του προσωπικού να χάνουν τη δουλεία τους. Η εταιρεία, που ήδη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και είχε εισέλθει σε διαδικασίες πτώχευσης, δεν κατάφερε μέσα σε αυτό το κλίμα έντονης γεωπολιτικής αστάθειας να εξασφαλίσει νέα χρηματοδότηση ή στρατηγικό επενδυτή.
Την καθοδική πορεία επιβεβαιώνουν και μέλη της, δηλώνοντας ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, οι οποίες έχουν αυξηθεί λόγω του πολέμου στο Ιράν, κατέστησαν αδύνατη τη λειτουργία της.
«Είμαστε περήφανοι για τον αντίκτυπο του εξαιρετικά χαμηλού κόστους μοντέλου μας στον κλάδο τα τελευταία 34 χρόνια και ελπίζαμε να εξυπηρετούμε τους επισκέπτες μας για πολλά χρόνια ακόμα», ανέφερε ανακοίνωση της Spirit.
Η Ανίτα Μεντιράτα, ειδική σύμβουλος του γενικού γραμματέα Τουρισμού του ΟΗΕ, σημείωσε ότι ενώ ο πόλεμος και η γεωπολιτική αστάθεια μπορεί να μην προκάλεσαν την κατάρρευση του Spirit, πιθανότατα έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα.
«Το αυξανόμενο κόστος των καυσίμων αποκάλυψε την ευπάθεια των αεροπορικών εταιρειών που λειτουργούν με μικρά περιθώρια κέρδους και ελάχιστο χώρο για απορρόφηση των κραδασμών».
«Οι αδυναμίες της Spirit ήταν ήδη εκεί – είχε ήδη υποβάλει δύο αιτήσεις πτώχευσης τα δύο προηγούμενα χρόνια. Η παγκόσμια αστάθεια απλώς επιτάχυνε το αναπόφευκτο. Στη σημερινή αγορά αεροπορίας, η αστάθεια δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση. Είναι το λειτουργικό περιβάλλον», δήλωσε στο Al Jazeera.
Υπάρχουν και άλλες αεροπορικές εταιρείες υπό πίεση λόγω του πολέμου στο Ιράν;
Μπορεί πολλές εταιρείες να έχουν ήδη προχωρήσει σε αυξήσεις τιμών εισιτηρίων και περικοπές στα δρομολόγιά τους, προκειμένου να καλύψουν το αυξημένο κόστος καυσίμων, ωστόσο το αντίκτυπο στη λειτουργία τους είναι μεγάλο.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει διαταράξει τις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με το αργό πετρέλαιο Brent να ξεπερνά τα 111 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή. Την ίδια στιγμή οι υψηλές τιμές του αργού πετρελαίου έχουν επίσης προκαλέσει αύξηση των τιμών του ATF, επηρεάζοντας αρνητικά τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους.
Ιδιαίτερα αισθητή είναι η επίδραση και στη Lufthansa, η οποία ακύρωσε περίπου 20.000 πτήσεις για την περίοδο Μαΐου–Οκτωβρίου, εκτιμώντας ότι το υψηλό κόστος καυσίμων καθιστά μη βιώσιμα αρκετά δρομολόγια. Επιπροσθέτως, η Turkish Airlines εμφανίζεται να μειώνει τη χωρητικότητα περισσότερο από κάθε άλλη εταιρεία το τελευταίο διάστημα, ενώ η Air China έχει προχωρήσει σε σημαντικές περικοπές, ακόμη και σε βασικές εσωτερικές γραμμές.
Ταυτόχρονα, την Παρασκευή, η κορυφαία ινδική αεροπορική εταιρεία Air India δήλωσε ότι αύξησε τις επιβαρύνσεις καυσίμων σε όλες τις πτήσεις της, προσθέτοντας ότι θα μειώσει 100 πτήσεις την ημέρα στις εγχώριες και διεθνείς διαδρομές της, αποδεικνύοντας ότι η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία αύξηση του κόστους των καυσίμων, το οποίο έχει σχεδόν διπλασιαστεί από την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν.
Την ίδια ώρα, αναλυτές σημειώνουν ότι η αεροπορική βιομηχανία βρίσκεται σε επιφυλακή, καθώς οι εταιρείες που φέρουν υψηλό χρέος, αντιμετωπίζουν αστάθεια στο κόστος καυσίμων, πιέσεις στο κόστος εργασίας, περιορισμούς στο στόλο και διαρκή πίεση στις τιμές, ειδικά εκείνες που λειτουργούν μέσω ενός μοντέλου αερομεταφορέα χαμηλού κόστους.
«Αυτό που θα συμβεί στη συνέχεια αποτελεί καθοριστική δοκιμασία για την ηγεσία της αεροπορίας. Η ταχεία αντίδραση των ανταγωνιστικών αεροπορικών εταιρειών για την προστασία των εγκλωβισμένων επιβατών αντανακλά έναν κλάδο που κατανοεί ότι το πιο πολύτιμο περιουσιακό του στοιχείο δεν είναι τα αεροσκάφη ή το μερίδιο αγοράς, αλλά η εμπιστοσύνη των πελατών [τόσο των ταξιδιωτών όσο και των φορτίων]», είπε η παγκόσμια στρατηγική σύμβουλος
Μεντιράτα.
«Εξίσου σημαντικό είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο οι αεροπορικές εταιρείες υποστηρίζουν τους απολυμένους υπαλλήλους, καθησυχάζουν τις αγορές και ενισχύουν την επιχειρησιακή σταθερότητα θα διαμορφώσει την εμπιστοσύνη στη μακροπρόθεσμη ανάκαμψη του τομέα», πρόσθεσε.