"Φουντώνει” η πανευρωπαϊκή συζήτηση για προσωρινή μείωση των φόρων στα καύσιμα- Αντιστάσεις από την Κομισιόν και την ΕΚΤ
Όταν ακόμα και η Γερμανία, που “φλερτάρει” με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, υποκύπτει στις εσωτερικές πιέσεις για μέτρα κατά του αυξανόμενου ενεργειακού κόστους, τότε μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής θα δοθεί μάχη για τη μείωση των έμμεσων φόρων, χωρίς να “χτυπάνε” οι εν λόγω δαπάνες στις ετήσιες “οροφές” που δεσμεύουν όλα τα κράτη- μέλη.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι προ ημερών δηλώσεις της Γερμανίδας υπουργού Οικονομίας περί δραστικής μείωσης του ΦΠΑ στα καύσιμα, προκάλεσε τη δυσφορία του Γερμανού υπουργού Οικονομικών. Τελικά, για να μην προκληθεί μια ενδοκυβερνητική κρίση, την ώρα που ο συνασπισμός του Καγκελάριου Μερτς δέχεται αλλεπάλληλα εκλογικά χτυπήματα, αποφασίστηκε η σολομώντειος λύση της μείωσης των ΕΦΚ στα καύσιμα, με μεγάλο, μεν, δημοσιονομικό κόστος (2,5 δισ. ευρώ), αλλά σαφώς μικρότερο σε σχέση με μια μείωση του ΦΠΑ από το 19% στο 7%.
Η μάχη στο Συμβούλιο Κορυφής
Κι αφού η Γερμανία το έκανε, γιατί να μην το κάνει π.χ. και η Γαλλία, που μπορεί να βρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, αλλά συνταράσσεται από αντιδράσεις, όντας η 5η ακριβότερη στην Ευρώπη στη τιμή της αμόλυβδης και η 6η ακριβότερη στο diesel; Και γιατί να μην το κάνει η Ελλάδα, που μπορεί να μη διαθέτει τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο, έχοντας εξαντλήσει τις “οροφές” δαπανών, αλλά έχει υπερπλεόνασμα και ταμειακά διαθέσιμα άνω των 30 δισ. ευρώ;
Τα επιχειρήματα αυτά αναμένεται να μονοπωλήσουν το τραπέζι των Ευρωπαίων ηγετών στις 15 Οκτωβρίου, ειδικά αν δεν έχουν ευοδωθεί ως τότε οι διπλωματικές διεργασίες για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή και το άνοιγμα του Ορμούζ. Το επιχείρημα είναι απλό: σε έκτακτες περιστάσεις, απαιτούνται έκτακτα μέτρα, έστω προσωρινού χαρακτήρα.
Οι αντιστάσεις είναι πολλές. Πέρα από τους σκληρούς του Βορρά, που ευαγγελίζονται τη δημοσιονομική πειθαρχία ως αντίδοτο στις πιέσεις των αγορών στα κρατικά ομόλογα, σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται η Κομισιόν και η ΕΚΤ, έχοντας στο πλευρό τους ανάλογες συστάσεις από το ΔΝΤ και τον ΟΟΣΑ. Το επιχείρημα τους είναι ισχυρό, πλην όμως, απολύτως τεχνοκρατικό, χωρίς πολιτικό αισθητήριο: σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού, που οδηγεί σε αυξήσεις επιτοκίων άρα και αύξηση στο κόστος δανεισμού, οι χώρες πρέπει να περιορίζουν τα ελλείμματα και τα χρέη τους, αντί να αυξάνουν τις δανειακές τους ανάγκες.
Η κατάληξη της μάχης είναι αβέβαιη, αλλά ακόμα κι αν έχει θετική έκβαση, η εμπειρία δείχνει ότι θα χρειαστούν μήνες για να “περάσουν” τα αναγκαία νομοθετήματα και μέχρι τότε η κατάσταση δεν αναμένεται να έχει βελτιωθεί ιδιαιτέρως, ακόμα και στο καλό σενάριο.
Η μάχη του ΦΠΑ
Πέρα από τις μειώσεις των ΕΦΚ στα καύσιμα, όπου υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, μεγάλη συζήτηση γίνεται και για τους συντελεστές ΦΠΑ, οι οποίοι, σημειωτέον, εφαρμόζονται πάνω στους ΕΦΚ, ανεβάζοντας ακόμα πιο ψηλά την τελική τιμή.
Σύμφωνα με τη συγκριτική μελέτη του Tax Foundation, oι χώρες της ΕΕ με τους υψηλότερους κανονικούς συντελεστές ΦΠΑ είναι η Ουγγαρία (27%), η Φινλανδία (25,5%) και η Κροατία, Δανία, Σουηδία (όλες στο 25%). Από κοντά και η Ελλάδα με 24%.
Το Λουξεμβούργο επιβάλλει τον χαμηλότερο κανονικό συντελεστή ΦΠΑ στο 17%, ακολουθούμενο από τη Μάλτα (18%), την Κύπρο και τη Γερμανία (και οι δύο 19%). Ο μέσος κανονικός συντελεστής ΦΠΑ της ΕΕ είναι 21,9%, σχεδόν επτά ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον ελάχιστο κανονικό συντελεστή ΦΠΑ που απαιτείται από τον κανονισμό της ΕΕ .
Σύμφωνα με μελέτη της ΤτΕ, η αποτελεσματικότητα μιας μεμονωμένης μείωσης του ΦΠΑ ως μέτρου περιορισμού του πληθωρισμού στην ελληνική οικονομία είναι περιορισμένη βραχυπρόθεσμα, καθώς η μετακύλισή της στις τελικές τιμές καταναλωτή είναι μόνο μερική. Αντιθέτως, διαπιστώνεται σημαντική και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού όταν η μείωση του ΦΠΑ συνοδεύεται από διαρθρωτικά μέτρα που ενισχύουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.