Καταναλωτικά δάνεια: Τι αλλάζει με τα πλαφόν στο κόστος – Ποιοι μπορεί να δυσκολευτούν να χρηματοδοτηθούν

NEWSROOM
Καταναλωτικά δάνεια
Καταναλωτικά δάνεια / φωτό: Unsplash

Νέα δεδομένα στην αγορά καταναλωτικών δανείων δημιουργεί η θέσπιση ανώτατων ορίων στο κόστος χρηματοδότησης. Από τη μια οι παρεμβάσεις αποσκοπούν στην προστασία των δανειοληπτών από υπερβολικές χρεώσεις, από την άλλη όμως, όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, ενδέχεται να περιορίσει ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών στην εξασφάλιση δανείου.

Ωστόσο, η αγορά αναμένει την τελική υπουργική απόφαση, η οποία θα εξειδικεύσει την εφαρμογή του πλαισίου. Την ίδια στιγμή, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται τόσο στις επιτρεπόμενες επιβαρύνσεις όσο και στον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες θα αναπροσαρμόσουν τις εγκρίσεις χρηματοδότησης.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του newmoney.gr και τις εκτιμήσεις του κλάδου, οι αλλαγές θα μπορούσαν να επηρεάσουν περίπου 300.000 καταναλωτές. Ο αριθμός αφορά δυνητικά επηρεαζόμενους πελάτες και δεν συνιστά επίσημη εκτίμηση βέβαιου αποκλεισμού από τον δανεισμό.

Τα όρια στις συνολικές επιβαρύνσεις

Το πλαίσιο που περιγράφεται στον Νόμο 5317/2026 προβλέπει περιορισμούς στο συνολικό κόστος της καταναλωτικής πίστης, ενώ στον υπολογισμό συνυπολογίζονται οι τόκοι, οι προμήθειες και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις.

Με βάση τις προβλέψεις που αναφέρονται για το άρθρο 40, το κόστος δεν θα μπορεί να ξεπερνά:

  • Το 60% του αρχικού κεφαλαίου, όταν η διάρκεια του δανείου δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια.
  • Το 70% του αρχικού κεφαλαίου, για διάρκεια μεγαλύτερη των τεσσάρων και έως οκτώ χρόνια.
  • Το 75% του αρχικού κεφαλαίου, για δάνεια διάρκειας άνω των οκτώ ετών.

Σημειώνεται ότι πρόκειται για όρια που αφορούν τις συνολικές επιβαρύνσεις σε όλη τη διάρκεια του δανείου και όχι το ετήσιο επιτόκιο. Παράλληλα, ξεχωριστός περιορισμός προβλέπεται για το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ), με σημείο αναφοράς τον μέσο όρο αντίστοιχων χρηματοδοτήσεων και την προβλεπόμενη προσαύξηση.

Παράγοντες της αγοράς υπολογίζουν ότι, με τα σημερινά δεδομένα, το σχετικό ανώτατο όριο θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στο 22%, όταν σε ορισμένες χρηματοδοτήσεις αναφέρονται σήμερα επιτόκια έως 29%. Ωστόσο, τα δύο μεγέθη χρειάζονται προσοχή στη σύγκριση, καθώς το ΣΕΠΕ αποτυπώνει και επιβαρύνσεις πέρα από τον τόκο. Η τελική διαμόρφωση των περιορισμών θα εξαρτηθεί από τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις κανονιστικές αποφάσεις.

Γιατί μπορεί να μειωθούν οι εγκρίσεις

Η ανησυχία του κλάδου αφορά κυρίως πελάτες με χαμηλότερα εισοδήματα ή επιβαρυμένο πιστοληπτικό ιστορικό, οι οποίοι δυσκολεύονται να περάσουν την αξιολόγηση των παραδοσιακών τραπεζών.

Ορισμένα ιδρύματα χρηματοδοτούν αυτούς τους καταναλωτές με υψηλότερο κόστος, το οποίο συνδέουν με τον αυξημένο κίνδυνο μη αποπληρωμής. Εάν οι επιτρεπόμενες χρεώσεις περιοριστούν, ενδέχεται να επιλέξουν αυστηρότερα κριτήρια, θεωρώντας ότι συγκεκριμένες χορηγήσεις δεν καλύπτουν πλέον τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.

Έτσι, η εφαρμογή των πλαφόν μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες επιβαρύνσεις για όσους εξασφαλίσουν χρηματοδότηση, αλλά και σε περισσότερες απορρίψεις αιτήσεων. Αυτή είναι η πιθανή εξέλιξη στην οποία αναφέρονται οι εκτιμήσεις για τους 300.000 καταναλωτές, χωρίς να προεξοφλείται πόσοι τελικά θα επηρεαστούν και σε ποιον βαθμό.

Η αντιμετώπιση των πιστωτικών καρτών

Για τις πιστωτικές κάρτες, σύμφωνα με την περιγραφή του πλαισίου, προβλέπεται διαφορετικός τρόπος εφαρμογής των περιορισμών.

Συγκεκριμένα, εφαρμόζεται το όριο του ΣΕΠΕ, χωρίς να ισχύει το ίδιο πλαφόν συνολικού κόστους που περιγράφεται για τις συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτικών δανείων. Η επιβάρυνση κάθε κατόχου θα εξακολουθήσει να εξαρτάται από τους συμβατικούς όρους και τους ισχύοντες περιορισμούς.

Στο επίκεντρο το μοντέλο της tbi bank

Στη συζήτηση για τις συνέπειες των αλλαγών περιλαμβάνεται η tbi bank, η οποία παρέχει στην Ελλάδα προσωπικά δάνεια και χρηματοδοτήσεις αγορών μέσω συνεργαζόμενων επιχειρήσεων.

Το μοντέλο της περιλαμβάνει την εξυπηρέτηση πελατών που δεν αποκτούν εύκολα πρόσβαση σε δανεισμό από τις παραδοσιακές τράπεζες. Μεταξύ αυτών μπορεί να βρίσκονται νέοι εργαζόμενοι ή καταναλωτές των οποίων η οικονομική κατάσταση επηρεάστηκε από προηγούμενες κρίσεις.

Μέσω του εμπορικού δικτύου της προσφέρεται χρηματοδότηση για προϊόντα όπως ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα και κινητά τηλέφωνα, με αποπληρωμή σε μηνιαίες δόσεις. Σε ορισμένα προγράμματα διατίθενται και άτοκες δόσεις, ανάλογα με τους όρους.

Στα προσωπικά δάνεια, τα διαθέσιμα ποσά αναφέρεται ότι φτάνουν έως τις 15.000 ευρώ, ενώ έχει παρουσιαστεί προοπτική επέκτασης έως τις 30.000 ευρώ. Τα αναφερόμενα επιτόκια κυμαίνονται από 9,9% έως 29%, ανάλογα με την αξιολόγηση του πελάτη και τα χαρακτηριστικά της χρηματοδότησης.

Η συνεπής αποπληρωμή μπορεί να βοηθήσει στη διαμόρφωση θετικού πιστωτικού ιστορικού. Δεν εξασφαλίζει, ωστόσο, αυτόματα την έγκριση άλλου ή μεγαλύτερου δανείου στο μέλλον.

Πού κατευθύνονται τα χρήματα

Ιατρικές δαπάνες, εργασίες ανακαίνισης και αγορές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων συγκαταλέγονται στις ανάγκες που καλύπτονται μέσω προσωπικών δανείων.

Στην πελατειακή βάση της tbi bank, το μέσο ύψος χρηματοδότησης εκτιμάται μεταξύ 3.000 και 4.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποδίδονται στην αγορά, το 5% έως 10% των πελατών κατατάσσεται στην κατηγορία υψηλού πιστωτικού κινδύνου.

Η τράπεζα συνεργάζεται με περίπου 7.000 επιχειρήσεις, ενώ περίπου 500 σημαντικοί συνεργάτες συμμετέχουν στην πλατφόρμα αγορών της. Οι μηνιαίες χορηγήσεις της στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 25 εκατ. ευρώ, σε μια συνολική αγορά καταναλωτικών δανείων που εκτιμάται στα 140 εκατ. ευρώ τον μήνα. Η μέση ηλικία των πελατών της διαμορφώνεται περίπου στα 32 έτη.

Η χρηματοδότηση της ελληνικής δραστηριότητας στηρίζεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στοιχεία, σε σημαντικό βαθμό σε καταθέσεις από τη Βουλγαρία. Ως στόχοι έχουν αναφερθεί η έναρξη αποδοχής καταθέσεων στην Ελλάδα το 2028 και η έκδοση πιστωτικής κάρτας το 2029.

Τι θα κρίνει την επόμενη ημέρα

Η τελική επίδραση των παρεμβάσεων θα φανεί από τα όρια που θα εφαρμοστούν και τις αποφάσεις των τραπεζών για τις νέες χορηγήσεις.

Για τους καταναλωτές, το ζητούμενο είναι διπλό: να μειωθούν οι υπερβολικές χρεώσεις και να διατηρηθούν διαθέσιμες επιλογές χρηματοδότησης για όσους μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Η υπουργική απόφαση και η προσαρμογή των πιστωτικών πολιτικών θα καθορίσουν στην πράξη αυτή την ισορροπία.

ΣΧΕΤΙΚΑ