Μπορώ να βάλω μπαταρία στο σπίτι, να αγοράζω φθηνό ρεύμα και να το πουλάω ακριβότερα; - Τι ισχύει στην Ελλάδα;
Όλο και περισσότεροι καταναλωτές, ιδίως σε χώρες του εξωτερικού, στρέφονται σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας όχι μόνο ως εναλλακτικό τρόπο παραγωγής και αξιοποίησης ενέργειας, αλλά και ως τρόπο να ανεβάσουν το εισόδημά τους.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του energygame.gr, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούν να διοχετεύουν ξανά το αποθηκευμένο ρεύμα στο δίκτυο όταν οι τιμές είναι υψηλές και να πληρώνονται. Αυτό μπορεί να συμβεί τις ώρες που υπάρχει μεγάλη παραγωγή από φωτοβολταϊκά ή αιολικά και η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να είναι αισθητά φθηνότερη. Η μπαταρία φορτίζει τότε και κρατά την ενέργεια για αργότερα.
Το απόγευμα και το βράδυ, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών πέφτει και η ζήτηση αυξάνεται, το σπίτι χρησιμοποιεί την ενέργεια που έχει ήδη αποθηκεύσει αντί να αγοράζει ακριβότερο ρεύμα από το δίκτυο.
Πώς λειτουργεί στην πράξη
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Andrew Austin στη Βρετανία, το οποίο παρουσιάζει το Bloomberg. Ο 34χρονος έχει εγκαταστήσει μια ιδιαίτερα μεγάλη μπαταρία, χωρητικότητας 200 kWh. Σε μία ημέρα υψηλών θερμοκρασιών φόρτισε την μπαταρία τις φθηνότερες ώρες και, όταν η ζήτηση και οι τιμές ανέβηκαν το απόγευμα, άρχισε να διοχετεύει την αποθηκευμένη ηλεκτρική ενέργεια πίσω στο δίκτυο. Το αποτέλεσμα ήταν μέσα σε περίπου πέντε ώρες κέρδισε περί τις 60 λίρες.
Η περίπτωση, πάντως, δεν είναι αντιπροσωπευτική ενός συνηθισμένου σπιτιού. Μια μπαταρία 200 kWh είναι πολλαπλάσια σε μέγεθος από ένα τυπικό οικιακό σύστημα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μοντέλο. Ο ιδιοκτήτης δεν χρειάζεται να παρακολουθεί συνεχώς τις τιμές , καθώς υπάρχει λογισμικό που λαμβάνει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις επόμενες ώρες και αποφασίζει αυτόματα πότε θα φορτίσει και πότε θα εκφορτίσει την μπαταρία.
Μπορεί να γίνει το ίδιο στην Ελλάδα;
Η ελληνική αγορά κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ένα νοικοκυριό δεν μπορεί ακόμη να θεωρήσει δεδομένο ότι εγκαθιστώντας απλώς μία μπαταρία θα αρχίσει να αγοράζει φθηνό ρεύμα και να το μεταπωλεί ακριβότερα στο δίκτυο.
Ένα σημαντικό βήμα έχει ήδη γίνει με τα δυναμικά ή «πορτοκαλί» τιμολόγια, τα οποία είναι διαθέσιμα και στους οικιακούς καταναλωτές από τον Απρίλιο του 2026. Σε αυτά η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να μεταβάλλεται μέσα στην ίδια ημέρα ανάλογα με τις συνθήκες στην αγορά. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη έξυπνου τηλεμετρούμενου μετρητή.
Αυτό σημαίνει ότι ένας καταναλωτής μπορεί να μεταφέρει μέρος της κατανάλωσής του στις φθηνότερες ώρες. Με μια μπαταρία η δυνατότητα αυτή γίνεται μεγαλύτερη, καθώς δεν χρειάζεται, για παράδειγμα, να λειτουργεί όλες τις συσκευές του το μεσημέρι: μπορεί να αποθηκεύει ενέργεια και να τη χρησιμοποιεί αργότερα.
Τι αλλάζει εάν υπάρχει και φωτοβολταϊκό
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο συνδυασμός φωτοβολταϊκού και μπαταρίας. Με το net billing (ταυτοχρονισμένος συμψηφισμός), ο αυτοκαταναλωτής συμψηφίζει την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει με αυτήν που παράγει το φωτοβολταϊκό του, ενώ για την πλεονάζουσα παραγωγή προβλέπεται αποζημίωση με βάση τις τιμές της αγοράς.
Η μπαταρία επιτρέπει να μη διοχετεύεται αναγκαστικά όλη η περίσσεια στο δίκτυο τη στιγμή που παράγεται. Ένα μέρος μπορεί να αποθηκεύεται και να χρησιμοποιείται αργότερα, όταν το σπίτι διαφορετικά θα αγόραζε ηλεκτρική ενέργεια από τον προμηθευτή του.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή η αξία της ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι ίδια σε όλες τις ώρες της ημέρας. Το ίδιο το ΥΠΕΝ έχει επισημάνει ότι το net billing δημιουργεί κίνητρο για την εγκατάσταση μπαταριών, καθώς οι τιμές της αγοράς είναι συχνά υψηλότερες τις απογευματινές ώρες.
Μπορώ να βάλω μόνο μπαταρία χωρίς φωτοβολταϊκό;
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να διευκολύνει και το νέο πλαίσιο που επεξεργάζεται το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τον Ιούλιο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση νέα υπουργική απόφαση που προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα εγκατάστασης μεμονωμένων συστημάτων αποθήκευσης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Υπάρχει όμως μία κρίσιμη λεπτομέρεια: για τις αυτόνομες αυτές μπαταρίες το σχέδιο προβλέπει ότι χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αναγκών του καταναλωτή χωρίς έγχυση της αποθηκευμένης ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο.
Επομένως, πρόκειται κυρίως για μοντέλο «αγοράζω όταν είναι φθηνά και καταναλώνω όταν είναι ακριβά» και όχι, τουλάχιστον με αυτή τη μορφή, για το βρετανικό μοντέλο «αγοράζω φθηνά και πουλάω ακριβά».
Παράλληλα, πρόκειται για πλαίσιο που τέθηκε σε διαβούλευση και βρισκόταν ακόμη στη διαδικασία οριστικοποίησης, επομένως οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να ελέγχουν το ισχύον καθεστώς πριν προχωρήσουν σε εγκατάσταση.
Πότε συμφέρει πραγματικά μια μπαταρία
Το αν μια οικιακή μπαταρία αποσβένεται δεν έχει μία απάντηση για όλους.
Όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά μεταξύ της φθηνής και της ακριβής ώρας, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανή εξοικονόμηση. Παίζουν όμως ρόλο και άλλοι παράγοντες: το κόστος αγοράς και εγκατάστασης της μπαταρίας, η χωρητικότητά της, οι κύκλοι φόρτισης που αντέχει, οι απώλειες κατά τη φόρτιση και την εκφόρτιση, η κατανάλωση του νοικοκυριού και το τιμολόγιο ηλεκτρικού ρεύματος που έχει επιλεγεί.
Για ένα σπίτι με φωτοβολταϊκά, η οικονομική λογική είναι συνήθως πιο καθαρή: αντί να στέλνει μεγάλη ποσότητα ηλιακής παραγωγής στο δίκτυο όταν η αξία της είναι χαμηλή, μπορεί να κρατά μέρος της για το βράδυ.
Για ένα σπίτι χωρίς φωτοβολταϊκά, το οικονομικό όφελος εξαρτάται περισσότερο από το πόσο μεγάλη είναι η διαφορά των τιμών μέσα στην ημέρα και από το αν ο καταναλωτής βρίσκεται σε δυναμικό τιμολόγιο.
Τι χρειάζεται ο καταναλωτής
Στην πράξη, για να αξιοποιηθεί πλήρως αυτό το μοντέλο χρειάζονται ένας έξυπνος μετρητής, κατάλληλο τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας, συμβατός inverter και σύστημα διαχείρισης που θα αποφασίζει πότε θα φορτίζει και πότε θα χρησιμοποιεί την αποθηκευμένη ενέργεια.
Το μεγάλο στοίχημα είναι η αυτοματοποίηση. Ο καταναλωτής δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάθε στιγμή πόσο κοστίζει η κιλοβατώρα. Το λογισμικό μπορεί να λαμβάνει τις τιμές, να προβλέπει την κατανάλωση και να επιλέγει τις οικονομικότερες ώρες.
Κάπως έτσι η οικιακή μπαταρία αλλάζει ρόλο. Από ένα απλό «backup» σε περίπτωση διακοπής ρεύματος μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο καθημερινής διαχείρισης του ενεργειακού κόστους.
Το βρετανικό μοντέλο, όπου ένα σπίτι μπορεί ακόμη και να βγάζει χρήματα πουλώντας αποθηκευμένη ενέργεια στις ακριβότερες ώρες, βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά. Στην Ελλάδα, προς το παρόν, το πιο άμεσο όφελος βρίσκεται κυρίως αλλού: να αγοράζει ή να παράγει κανείς την ενέργεια όταν είναι φθηνότερη και να αποφεύγει να την αγοράζει όταν είναι ακριβή.