Η Ευρώπη χρειάζεται προσιτή στέγη χαμηλών ρύπων -Το μοντέλο της Βαρκελώνης για την αναμόρφωση της αγοράς κατοικίας
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση στον τομέα της στέγασης. Η περιορισμένη προσφορά κοινωνικών κατοικιών και η εκρηκτική άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων οδηγούν τις τιμές στα ύψη, την ώρα που οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι.
Το αποτέλεσμα είναι εκατομμύρια πολίτες να αδυνατούν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία. Πέρα από την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, οι ακραίες θερμοκρασίες επιβαρύνουν περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς μέσω των αυξημένων λογαριασμών ενέργειας.
Δεδομένου ότι τα κτίρια ευθύνονται για το 36% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην ΕΕ, η Ευρώπη οφείλει να παραδώσει ενεργειακά αποδοτικότερες κατοικίες, χωρίς να επιτείνει την υφιστάμενη κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση.
Το παράδειγμα της Καταλωνίας
Στην Ισπανία, όπου το ποσοστό των κοινωνικών και προσιτών κατοικιών παραμένει κάτω από το 3%, η πρόκληση είναι ιδιαίτερα έντονη. Ωστόσο, στην περιφέρεια της Καταλονίας αναδύεται ένα εναλλακτικό σύστημα στέγασης. Το μοντέλο αυτό αναγνωρίζει την κατοικία ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, πυλώνα του κοινωνικού κράτους και εργαλείο για την καταπολέμηση των ανισοτήτων και της κλιματικής αλλαγής.
Σύμφωνα με το theconversation, στην περιφέρεια της Καταλονίας αναδύεται ένα εναλλακτικό σύστημα στέγασης. Το μοντέλο αυτό αναγνωρίζει την κατοικία ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, πυλώνα του κοινωνικού κράτους και εργαλείο για την καταπολέμηση των ανισοτήτων και της κλιματικής αλλαγής.
Ιστορικά, το ισπανικό σύστημα βασίστηκε υπερβολικά στην ιδιοκατοίκηση. Το χαμηλό απόθεμα κοινωνικών κατοικιών στερεί από τις δημόσιες αρχές τη δυνατότητα παρέμβασης στις τιμές. Η κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων το 2008 αποκάλυψε ένα σύστημα οικοδομημένο στην κερδοσκοπία και όχι στη σταθερότητα, αφήνοντας πίσω του 3,4 εκατομμύρια κενά σπίτια και εκατοντάδες χιλιάδες εξώσεις.
Οι απόηχοι εκείνης της κρίσης παραμένουν ορατοί, καθώς η δυσκολία πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση έστρεψε περισσότερα νοικοκυριά στην ενοικίαση, αυξάνοντας τις πιέσεις στις τιμές. Παράλληλα, θεσμικοί επενδυτές και οι κερδοφόρες τουριστικές μισθώσεις εκτοπίζουν τους μόνιμους κατοίκους. Μέχρι τη δεκαετία του 2010, το κόστος στέγασης αυξήθηκε σχεδόν κατά 70%. Το 2024, σημειώθηκαν πάνω από 27.564 εξώσεις στην Ισπανία, ενώ εκτιμάται ότι 700.000 άνθρωποι σε όλη την Ευρώπη αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους κάθε χρόνο.
Προβληματισμός για την κατάστασή των ακινήτων
Την ίδια στιγμή, το 80% των ενοικιαστών στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη αναφέρει σοβαρά προβλήματα στην κατάσταση των ακινήτων. Αυτό καθιστά τους ενοίκους πιο ευάλωτους στους καύσωνες και το ψύχος, με τους οικονομικά ασθενέστερους να πλήττονται περισσότερο από την ενεργειακή φτώχεια. Αν η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών ρύπων δεν αντιμετωπίσει αυτά τα κοινωνικά ζητήματα, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Μια δίκαιη μετάβαση απαιτεί την απανθρακοποίηση του κτιριακού αποθέματος και την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών με στόχο την ενίσχυση των τοπικών κοινοτήτων. Τα προγράμματα ενεργειακής ανακαίνισης μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές ρύπων, να καταπολεμήσουν την ενεργειακή φτώχεια και να περιορίσουν τις υγειονομικές ανισότητες. Η απάντηση της Καταλονίας βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ δημόσιων αρχών, μη κερδοσκοπικών φορέων, επιχειρήσεων και συνεταιρισμών για την κατασκευή κατοικιών που είναι προσιτές, οικολογικές και κοινωνικά ωφέλιμες.
Πώς χτίστηκε το Καταλανικό μοντέλο
Στη Βαρκελώνη, το συγκρότημα Casa Bloc αποκαταστάθηκε από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό Hàbitat3, συνδυάζοντας τη βιωσιμότητα με την κοινωνική στήριξη ευάλωτων οικογενειών. Στο Σίτζες, ενώ τα μέσα ενοίκια αγγίζουν τα 18 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ένα πρόγραμμα προσιτής οικολογικής κατοικίας προσφέρει σπίτια ενεργειακής κλάσης ΑΑ με ενοίκιο μόλις 6 ευρώ το τετραγωνικό. Αντίστοιχα, το κτίριο Adela Barquín για άτομα άνω των 65 ετών προάγει την ευεξία μέσω συστημάτων παθητικής θέρμανσης και ψύξης, με το κόστος για τους κατοίκους να ανέρχεται στα 500 ευρώ μηνιαίως, ποσό σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Βαρκελώνης που φτάνει τα 1.193 ευρώ.
Η επιτυχία αυτών των πρωτοβουλιών στηρίζεται σε δημόσιες πολιτικές που μειώνουν το επενδυτικό ρίσκο και προστατεύουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της στέγης. Ο Δήμος της Βαρκελώνης κινητοποιεί μη κερδοσκοπικούς φορείς για τη διαχείριση προσιτών κατοικιών σε δημόσια γη, ένα μοντέλο που εφαρμόζεται επίσης στη Βιέννη και τη Λυών. Παράλληλα, η στήριξη από θεσμικούς επενδυτές με κοινωνικό προσανατολισμό ενισχύει μοντέλα που εστιάζουν στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Παρά τις προκλήσεις, όπως οι υψηλές αξίες γης και το αυξανόμενο κόστος κατασκευής, η κατεύθυνση είναι σαφής. Η Καταλόγία επαναπροσδιορίζει τη στέγαση ως κοινωνική υποδομή για την εποχή των χαμηλών εκπομπών άνθρακα, υποστηριζόμενη από μακροπρόθεσμες επενδύσεις, όπως το δάνειο 31 εκατομμυρίων ευρώ από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι ενεργειακές αναβαθμίσεις που ολοκληρώθηκαν από το 2020 εξοικονομούν 18.000 τόνους CO2 ετησίως, ενώ μελέτη στη Βαρκελώνη έδειξε ότι κάθε ευρώ που δαπανάται σε ανακαινίσεις εξοικονομεί 2,30 ευρώ σε επιδοτήσεις υγείας και ενέργειας.
Το καταλανικό μοντέλο, αν και μικρής κλίμακας, αποδεικνύει ότι η ενσωμάτωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράσινη μετάβαση μπορεί να ξεκλειδώσει σημαντικές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές, αμφισβητώντας την κυρίαρχη αντίληψη που βλέπει τα σπίτια πρωτίστως ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και όχι ως χώρους διαβίωσης.