Αυτή είναι η καλύτερη θέση στο θερινό σινεμά - Δείτε γιατί

NEWSROOM
Θερινό σινεμά
Θερινό σινεμά / φωτο: Unsplash

Όλοι έχουμε ζήσει τη στιγμή που μπαίνουμε σε ένα θερινό σινεμά, βλέπουμε τις σειρές με τα καθίσματα να απλώνονται μπροστά μας –μισοάδειες, εφόσον δεν έχουμε αργήσει– και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πού πρέπει να καθίσουμε.

Κατά γενική ομολογία, το πρώτο πράγμα που κοιτάμε είναι αν υπάρχει διαθέσιμο τραπεζάκι. Στη συνέχεια προσπαθούμε να υπολογίσουμε ποια είναι η καλύτερη απόσταση από την οθόνη, ώστε να μη χρειαστεί να κοιτάμε συνεχώς προς τα πάνω, με τον κίνδυνο να φύγουμε από την προβολή με πιασμένο αυχένα.

Πέρα, όμως, από την προσωπική μας προτίμηση και άνεση, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι υπάρχουν και πιο τεχνικοί λόγοι για τους οποίους αξίζει να φτάσουμε νωρίς στο θερινό και να προλάβουμε μια καλή θέση.

Το πιο συνηθισμένο, όταν η αίθουσα δεν είναι γεμάτη, είναι να βλέπουμε τον περισσότερο κόσμο να συγκεντρώνεται στις κεντρικές θέσεις και περίπου στη μέση. Και όπως φαίνεται, αυτή η επιλογή δεν γίνεται τυχαία.

Το προφανές κέντρο

Όταν μια αίθουσα δεν είναι γεμάτη, οι περισσότεροι θεατές συγκεντρώνονται στις κεντρικές θέσεις και περίπου στο μέσο των σειρών. Πρόκειται για το σημείο που προσφέρει συνήθως την πιο ισορροπημένη οπτική επαφή με την οθόνη.

Ο Τζο Μούτο, επικεφαλής προβολών της αλυσίδας κινηματογράφων Nitehawk Cinemas, εξηγεί ότι η ιδανική θέση βρίσκεται απέναντι από το κέντρο της οθόνης. Από εκεί, τα μάτια μπορούν να παρακολουθούν ολόκληρο το κάδρο χωρίς να μετακινούνται διαρκώς από τη μία πλευρά στην άλλη και χωρίς να καταπονούνται για να εστιάσουν στις άκρες της εικόνας.

Σημαντική δεν είναι μόνο η οριζόντια θέση, αλλά και η απόσταση από την οθόνη. Όσο πιο μπροστά κάθεται κάποιος, τόσο περισσότερο αναγκάζεται να στρέφει το βλέμμα και το κεφάλι προς τα πάνω. Για τον λόγο αυτό οι πρώτες σειρές θεωρούνται συνήθως οι λιγότερο βολικές, ειδικά σε αίθουσες με μεγάλη οθόνη.

Μερικές σειρές πιο πίσω, ο θεατής μπορεί να παρακολουθεί το σύνολο της εικόνας χωρίς να καταπονεί τον αυχένα του και χωρίς να χάνει τη δράση που εκτυλίσσεται στις άκρες του πλάνου.

Γιατί το κέντρο προσφέρει καλύτερο ήχο

Η κεντρική θέση δεν βοηθά μόνο στην εικόνα. Εκεί λειτουργούν συνήθως καλύτερα και τα συστήματα πολυκάναλου ήχου, τα οποία έχουν σχεδιαστεί ώστε να δημιουργούν την αίσθηση ότι οι ήχοι κινούνται γύρω από τον θεατή.

Όποιος βρίσκεται κοντά στο κέντρο δέχεται πιο ισορροπημένα τον ήχο από τα διαφορετικά ηχεία. Αντίθετα, στις ακραίες πλευρές της αίθουσας, ορισμένοι ήχοι μπορεί να ακούγονται εντονότερα από τη μία κατεύθυνση, ενώ οι αντανακλάσεις στους τοίχους και στις υπόλοιπες επιφάνειες ενδέχεται να προκαλούν ηχώ ή να μειώνουν την καθαρότητα των διαλόγων.

Παρότι η τεχνολογία έχει βελτιώσει σημαντικά την κατανομή του ήχου στις σύγχρονες αίθουσες, οι κεντρικές θέσεις εξακολουθούν να προσφέρουν το πιο ισορροπημένο αποτέλεσμα.

Όταν δεν φταίει η θέση

Ακόμη και το καλύτερο κάθισμα, πάντως, δεν μπορεί να διορθώσει τα προβλήματα μιας κακοσυντηρημένης αίθουσας. Η κατάσταση του προβολέα, η φωτεινότητα της εικόνας και η σωστή ρύθμιση του ήχου έχουν εξίσου μεγάλη σημασία.

Σύμφωνα με τον Μούτο, αρκετοί κινηματογράφοι καθυστερούν να αντικαταστήσουν τις λάμπες των προβολέων. Καθώς αυτές φθείρονται, η εικόνα γίνεται σταδιακά πιο σκοτεινή, περιορίζοντας τις λεπτομέρειες και αλλοιώνοντας το οπτικό αποτέλεσμα που είχαν σχεδιάσει οι δημιουργοί της ταινίας.

Έτσι, ένας θεατής μπορεί να έχει εξασφαλίσει την ιδανική κεντρική θέση και παρ’ όλα αυτά να μη δει την ταινία στις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

Ο κανόνας των δύο τρίτων

Στις αίθουσες IMAX, οι διαφορές ανάμεσα στις θέσεις είναι μικρότερες, καθώς τόσο η οθόνη όσο και τα καθίσματα έχουν σχεδιαστεί με διαφορετικό τρόπο. Η οθόνη καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον μπροστινό χώρο και οι θέσεις βρίσκονται σε μεγαλύτερη κλίση, ώστε το οπτικό πεδίο να παραμένει ευρύ ακόμη και από πιο κοντινή απόσταση.

Ειδικά μελετημένη είναι και η εγκατάσταση των ηχείων. Κάθε αίθουσα σχεδιάζεται ξεχωριστά με ψηφιακά μοντέλα, ώστε ο ήχος να φτάνει όσο το δυνατόν πιο ομοιόμορφα σε όλα τα καθίσματα.

Ακόμη και εκεί, όμως, ο χρυσός κανόνας παραμένει σχεδόν ο ίδιος: όσο πιο κοντά γίνεται στο κέντρο και περίπου στα δύο τρίτα της συνολικής απόστασης από την οθόνη. Σε αυτό το σημείο εικόνα και ήχος τείνουν να συναντώνται με τον πιο ισορροπημένο τρόπο, προσφέροντας την πληρέστερη κινηματογραφική εμπειρία.

ΣΧΕΤΙΚΑ