Πώς να περιορίσετε τα μικροπλαστικά στο πόσιμο νερό με έναν απλό τρόπο

NEWSROOM
Πόσιμο νερό
Πόσιμο νερό / φωτο: UNSPLASH

Μικροσκοπικά κομμάτια πλαστικού καταλήγουν όλο και συχνότερα μέσα στο ανθρώπινο σώμα, κυρίως μέσω της τροφής και του νερού που καταναλώνουμε καθημερινά. Ωστόσο, νέα έρευνα δείχνει ότι υπάρχει ένας απλός τρόπος να μειωθεί σημαντικά η έκθεσή μας σε αυτά.

Το 2024, επιστήμονες στην Κίνα διαπίστωσαν ότι το βράσιμο του νερού και η μετέπειτα διήθησή του μπορούν να απομακρύνουν αποτελεσματικά νανοπλαστικά και μικροπλαστικά από το πόσιμο νερό. Ειδικότερα, η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε δοκιμές τόσο σε «μαλακό» νερό, δηλαδή νερό με χαμηλή περιεκτικότητα σε άλατα, όσο και σε «σκληρό» νερό βρύσης, το οποίο περιέχει περισσότερα μέταλλα. Οι επιστήμονες πρόσθεσαν μικροπλαστικά και νανοπλαστικά στο νερό, το έβρασαν και στη συνέχεια φιλτράρισαν τα στερεά υπολείμματα που δημιουργήθηκαν.

Οι δοκιμές έδειξαν ότι το βράσιμο και το φιλτράρισμα του νερού μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τα μικροπλαστικά που διαφορετικά θα κατέληγαν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της κατανάλωσης νερού.

Η ανησυχία των ερευνητών

«Τα νανο/μικροπλαστικά (NMPs) του νερού της βρύσης που διαφεύγουν από τα κεντρικά συστήματα επεξεργασίας νερού προκαλούν αυξανόμενη παγκόσμια ανησυχία, επειδή ενέχουν πιθανούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία μέσω της κατατανάλωσης νερού», εξήγησαν οι ερευνητές στη δημοσιευμένη μελέτη τους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, έως και το 90% των NMPs ( των μικροπλασμάτων δηλαδή) απομακρύνθηκε μέσω της διαδικασίας βρασμού και φιλτραρίσματος, αν και αποδείχθηκε ότι η αποτελεσματικότητα διέφερε ανάλογα με τον τύπο του νερού. Φυσικά, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι μπορεί εύκολα να εφαρμοστεί σχεδόν σε κάθε σπίτι, χρησιμοποιώντας απλά αντικείμενα που υπάρχουν ήδη στην κουζίνα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το βράσιμο του νερού μπορεί να λειτουργήσει ως μια απλή και ασφαλής μέθοδος «απορρύπανσης» από μικροπλαστικά, μειώνοντας σημαντικά την ποσότητα που εισέρχεται στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της κατανάλωσης νερού.

«Αυτή η απλή στρατηγική βρασμού του νερού μπορεί να "απολυμάνει" τα NMPs από το νερό της βρύσης του σπιτιού και έχει τη δυνατότητα να μειώσει ακίνδυνα την ανθρώπινη πρόσληψη NMPs μέσω της κατανάλωσης νερού», εξήγησε ο βιοϊατρικός μηχανικός Zimin Yu από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Guangzhou και οι συνεργάτες του.

Πώς λειτουργεί η διαδικασία

Μεγαλύτερη συγκέντρωση NMPs αφαιρέθηκε από δείγματα σκληρού νερού βρύσης, το οποίο σχηματίζει φυσικά μια συσσώρευση αλάτων (ή ανθρακικού ασβεστίου) καθώς θερμαίνεται.

Αναλυτικότερα, η κιμωλιακή ουσία, που παρατηρείται συνήθως μέσα σε βραστήρες κουζίνας, σχηματίζεται στην επιφάνεια του πλαστικού, καθώς οι αλλαγές στη θερμοκρασία αναγκάζουν το ανθρακικό ασβέστιο να βγει από το διάλυμα, παγιδεύοντας αποτελεσματικά τα θραύσματα πλαστικού σε μια κρούστα.

«Τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα καθίζησης των νανοπλαστικών αυξανόταν με την αύξηση της σκληρότητας του νερού κατά τον βρασμό», έγραψε η ομάδα. «Για παράδειγμα, από 34% στα 80 mg L−1 σε 84% και 90% στα 180 και 300 mg L−1 ανθρακικού ασβεστίου, αντίστοιχα».

Ακόμη και στο μαλακό νερό, όπου είναι διαλυμένο λιγότερο ανθρακικό ασβέστιο, περίπου το ένα τέταρτο των NMPs παγιδεύτηκε και απομακρύνθηκε από το νερό. Την ίδια στιγμή οποιαδήποτε κομμάτια πλαστικού καλυμμένα με άλατα θα μπορούσαν στη συνέχεια να αφαιρεθούν μέσω ενός απλού φίλτρου, όπως το ανοξείδωτο πλέγμα (σήτα) που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα του τσαγιού, λένε οι ερευνητές.

Ένα παγκόσμιο πρόβλημα με μια απλή λύση

Παλαιότερες μελέτες έχουν μετρήσει θραύσματα πολυστυρενίου, πολυαιθυλενίου, πολυπροπυλενίου και τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου (PET) στο πόσιμο νερό της βρύσης, τα οποία καταναλώνουμε καθημερινά σε ποικίλες ποσότητες.

Για να θέσουν τη στρατηγική στην απόλυτη δοκιμασία, οι ερευνητές πρόσθεσαν ακόμη περισσότερα σωματίδια νανοπλαστικού, τα οποία μειώθηκαν αποτελεσματικά σε αριθμό.

«Η κατανάλωση βρασμένου νερού είναι προφανώς μια βιώσιμη μακροπρόθεσμη στρατηγική για τη μείωση της παγκόσμιας έκθεσης σε NMPs», έγραψε ο Yu και η ομάδα του. «Η κατανάλωση βρασμένου νερού, ωστόσο, θεωρείται συχνά τοπική παράδοση και επικρατεί μόνο σε λίγες περιοχές».

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι μπορεί να γίνει μια πιο διαδεδομένη πρακτική, καθώς τα πλαστικά συνεχίζουν να κατακλύζουν τον κόσμο.

Τα μικροσκοπικά κομμάτια πλαστικού αποτελούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο πρόβλημα, αφού προέρχονται από ρούχα, σκεύη κουζίνας, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και αμέτρητα άλλα καθημερινά αντικείμενα. Η ανθεκτικότητά τους τα κάνει να παραμένουν στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου σώματος.

Όχι μόνο πολλοί άνθρωποι στη Γη είναι ήδη μολυσμένοι από μικροπλαστικά, αλλά εξακολουθούμε να εκτιθέμεθα καθημερινά, καθώς υπάρχει ελάχιστη ρύθμιση για τα συγκεκριμένα σωματίδια.

Σύμφωνα με μια βιβλιογραφική ανασκόπηση του 2025 από το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Άρλινγκτον, ένα σημαντικό μέρος της έκθεσής μας σε μικροπλαστικά μπορεί να προέρχεται από το πόσιμο νερό, καθώς οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων εξακολουθούν να μην τα απομακρύνουν αποτελεσματικά.

Περίπου 9 δισεκατομμύρια μετρικοί τόνοι πλαστικού έχουν παραχθεί παγκοσμίως από τότε που ξεκίνησε η παραγωγή πλαστικών, μεγάλο μέρος του οποίου έχει σταδιακά διασπαστεί σε ολοένα και μικρότερα θραύσματα, χωρίς ποτέ να διαλυθεί πραγματικά, σχηματίζοντας μια λεπτή πλαστική σκόνη που τώρα διαπερνά τον πλανήτη.

Οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων όντως αφαιρούν πολλά από αυτά τα μικρά σωματίδια, αναφέρει η νέα ανασκόπηση, αλλά όχι αρκετά.

Κοιτάζοντας προς το μέλλον

Αν και δεν είναι ακόμα βέβαιο το πόσο ακριβώς επιζήμιο είναι αυτό το πλαστικό για το σώμα μας, είναι ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται για το πιο υγιεινό... σνακ. Τα πλαστικά έχουν ήδη συνδεθεί με αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου και την αντοχή του οργανισμού στα αντιβιοτικά.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες σχετικά με το κατά πόσο το βρασμένο νερό θα μπορούσε να κρατήσει τα τεχνητά υλικά έξω από το σώμα μας και ίσως να αντισταθμίσει μερικές από τις ανησυχητικές επιπτώσεις των μικροπλαστικών που έρχονται στο φως.

«Τα αποτελέσματά μας επικύρωσαν μια εξαιρετικά εφικτή στρατηγική για τη μείωση της ανθρώπινης έκθεσης σε NMP και έθεσαν τα θεμέλια για περαιτέρω έρευνες με πολύ μεγαλύτερο αριθμό δειγμάτων», καταλήγουν ο Yu και οι συνεργάτες του.

ΣΧΕΤΙΚΑ