Από τη μια, οι εξαγωγές της Ελλάδας στη Ρωσία περιορίστηκαν στο ελάχιστο μετά το μπαράζ των οικονομικών κυρώσεων της Ευρώπης. Από την άλλη, όμως, οι αναγκαίες εισαγωγές ορυκτών καυσίμων επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο και αδειάζουν τα κρατικά ταμεία.
Τα ευχολόγια των Ευρωπαίων για την ανεύρεση εναλλακτικών οδών για τα ουκρανικά σιτηρά και η απουσία τολμηρών αποφάσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα, επέτειναν την ανησυχία για το ενδεχόμενο ελλείψεων (και) στην ευρωπαϊκή αγορά και πολύ περισσότερο για τον κίνδυνο εκτόξευσης των τιμών σε βασικά είδη διατροφής.
Με τη σταθεροποίηση της τιμής του φυσικού αερίου κάτω από τα 90 ευρώ, τη μείωση ζήτησης για θέρμανση και την παρατεταμένη ηλιοφάνεια, που ευνοεί τις Ανανεώσιμες Πηγές στο ενεργειακό μίγμα, θα περίμενε κανείς ότι οι τιμές στο ηλεκτρικό ρεύμα θα υποχωρούσαν.
Μπορεί η αξιοπιστία και η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δοκιμάστηκε και να “τσαλακώθηκε”, αλλά το φιάσκο αποφεύχθηκε στο παρά 1’, με τη συμφωνία- γέφυρα για απαγορευτικό στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Μπορεί να είναι λίγοι, σε σχέση με τα 5 εκατομμύρια που έχουν μικρότερη ή μεγαλύτερη μείωση ΕΝΦΙΑ, δεν παύει όμως αυτό το ποσοστό του περίπου 3%, που «κάηκε» κυρίως από την αναπροσαρμογή των Τιμών Ζώνης, να έχει κινητοποιήσει τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών.
Η Ελλάδα μέχρι τώρα έχει πάρει “άριστα” στη διαχείριση του λίαν απαιτητικού Σχεδίου Ανάκαμψης, διαψεύδοντας τις Κασσάνδρες εντός κι εκτός Ελλάδας, που προέβλεπαν Βατερλώ από τους πρώτους μήνες.