Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας “σπρώχνει” την Ευρώπη στον εξηλεκτρισμό κατοικιών και βιομηχανιών
Η “πράσινη” μετάβαση είναι ο διακαής πόθος της Ευρώπης, τουλάχιστον όπως αποτυπώνεται στα επίσημα κείμενα και τους στόχους, που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και βρεθεί η γηραιά ήπειρος αντιμέτωπη με το πρώτο, ισχυρό ενεργειακό σοκ.
Η αλήθεια είναι ότι έκτοτε έπεσε πολύ νερό στο κρασί των στόχων και των φάσεων αυτής της μετάβασης, καθώς κατά κοινή διαπίστωση το τεράστιο κόστος των απαιτούμενων επενδύσεων για τον εξηλεκτρισμό νοικοκυριών, επιχειρήσεων, βιομηχανιών, δεν “κούμπωνε” με τις άμεσες ανάγκες που προέκυψαν για φτηνή ενέργεια. Και κάπως έτσι, πρωτίστως το φυσικό αέριο χαρακτηρίστηκε “καύσιμο μετάβασης”, ενώ και τα υπόλοιπα ορυκτά καύσιμα (βενζίνη, πετρέλαιο), πήραν παράταση ζωής, έτσι ώστε να προσαρμοστούν ομαλότερα στα νέα δεδομένα οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας φαίνεται, πάντως, πως βλέπει το θέμα από μια διαφορετική οπτική, ειδικά μετά το “τσουνάμι” επιπτώσεων, που προκάλεσε ο πόλεμος στον Περσικό.
Η λύση για τις κατοικίες
Όπως επισημαίνει ο ΔΟΕ, η ηλεκτροδότηση είναι κεντρικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα, την προσιτή τιμή και τη μείωση των εκπομπών. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ έχει αναδείξει τους κινδύνους της υπερβολικής εξάρτησης από τα εισαγόμενα καύσιμα και τις συγκεντρωμένες οδούς εφοδιασμού, καθιστώντας τα επιχειρήματα υπέρ της ηλεκτροδότησης ακόμη πιο ισχυρά.
Στην ΕΕ, περίπου το 70% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παρέχεται ήδη από εγχώριες πηγές χαμηλών εκπομπών. Κι όμως, οι τελικοί χρήστες (βιομηχανία, κτίρια και τομείς μεταφορών) προμηθεύονται λιγότερο από το ένα τέταρτο της ενεργειακής τους κατανάλωσης από ηλεκτρική ενέργεια. Σήμερα, περίπου τα δύο τρίτα της τελικής κατανάλωσης ενέργειας βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα, εκ των οποίων η ΕΕ εισάγει περισσότερο από το 80%.
Ειδικά όσον αφορά στα νοικοκυριά, ο ΔΟΕ επισημαίνει ότι οι αντλίες θερμότητας είναι τρεις έως πέντε φορές πιο αποδοτικές από τις συμβατικές τεχνολογίες, αλλά η υιοθέτησή τους είναι εξαιρετικά άνιση σε ολόκληρη την ΕΕ. Η τεχνολογία αποτελεί τον προτιμώμενο εξοπλισμό κατανεμημένης θέρμανσης στις σκανδιναβικές χώρες και αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ των πωλήσεων εξοπλισμού στην Πορτογαλία, τη Γαλλία και την Αυστρία, αλλά παραμένει οριακή σε άλλες χώρες. Πέρα από τις σκανδιναβικές χώρες, η κατοχή αντλίας θερμότητας είναι 15%-30% φθηνότερη από έναν λέβητα αερίου στην Ολλανδία, την Πορτογαλία ή τη Βουλγαρία.
Οι αντλίες θερμότητας είναι φθηνότερες στη λειτουργία από τους λέβητες αερίου σε όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ, με ετήσια εξοικονόμηση ενέργειας έως και 800 ευρώ. Με την κατάλληλη εγκατάσταση και λειτουργία, οι αντλίες θερμότητας διαρκούν επίσης περισσότερο, βελτιώνουν τη θερμική άνεση και αυξάνουν τις αξίες των ακινήτων, μειώνοντας παράλληλα την έκθεση στην αστάθεια των τιμών των ορυκτών καυσίμων και την τοπική ατμοσφαιρική ρύπανση. Οι μονάδες αέρα-αέρα βελτιώνουν επίσης την ποιότητα του εσωτερικού αέρα και ενισχύουν την παραγωγικότητα και την ευεξία τους καλοκαιρινούς μήνες. Ωστόσο, το αρχικό κόστος ενός λέβητα αερίου είναι αρκετές χιλιάδες ευρώ μικρότερο από αυτό μιας αντλίας θερμότητας.
Ο ανατρεπτικός χαρακτήρας της αντικατάστασης του συστήματος θέρμανσης ευνοεί επίσης τις κατεστημένες τεχνολογίες - τα συστήματα θέρμανσης είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν βλάβη κατά την πιο κρύα περίοδο του έτους, όταν η αναστάτωση είναι πιο επιβλαβής, γεγονός που ασκεί πίεση στους καταναλωτές να παραμείνουν στις κατεστημένες τεχνολογίες αντί να προβαίνουν σε μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό. Κατά τον ΔΟΕ, για να μετατοπιστεί η αγορά οικιακής θέρμανσης υπέρ των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να παρέχουν μακροπρόθεσμη βεβαιότητα πολιτικής, χρηματοδότηση με χαμηλό έως μηδενικό επιτόκιο και υποστήριξη διαχείρισης έργων για μεγάλα έργα ανακαίνισης.
Εξηλεκτρισμός και στη βιομηχανία
Και όσον αφορά στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, οι αντλίες θερμότητας είναι η πιο οικονομικά αποδοτική τεχνολογία για την ηλεκτροδότηση της περισσότερης βιομηχανικής θερμότητας χαμηλής θερμοκρασίας.
Με βάση τις τιμές του 2025, οι αντλίες θερμότητας έχουν χαμηλότερο κόστος ζωής από τους λέβητες αερίου σε 17 χώρες, αντιπροσωπεύοντας το 40% της ζήτησης θερμικής ενέργειας χαμηλής θερμοκρασίας στην ΕΕ. Ένα επιπλέον 35% της ζήτησης θερμικής ενέργειας χαμηλής θερμοκρασίας αφορά χώρες όπου το κόστος θερμότητας από μια αντλία θερμότητας είναι εντός 5% του αντίστοιχου κόστους από έναν λέβητα αερίου. Ακόμη και σε αγορές όπου οι αντλίες θερμότητας είναι ανταγωνιστικές ως προς το κόστος, οι εγκαταστάσεις παραμένουν χαμηλές και απαιτείται πολιτική υποστήριξη.
Ορισμένες μονάδες απαιτούν, ωστόσο, προσαρμογή των υποδομών για την ενσωμάτωση νέου εξοπλισμού. Δεν διαθέτουν όλες οι μικρότερες εγκαταστάσεις τις τεχνικές δυνατότητες ή τους κεφαλαιουχικούς προϋπολογισμούς για την αναβάθμιση των πηγών θέρμανσης και συνήθως πληρώνουν περισσότερα ανά MWh για ηλεκτρική ενέργεια από τους μεγαλύτερους καταναλωτές.