Δάνεια σε ελβετικό φράγκο: Η προθεσμία της 30ής Σεπτεμβρίου – Τι πρέπει να κάνουν οι δανειολήπτες
Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τους δανειολήπτες με οφειλές σε ελβετικό φράγκο, καθώς έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026 θα πρέπει να κινηθούν για να αξιοποιήσουν τη ρύθμιση που προβλέπει μετατροπή του δανείου σε ευρώ με βελτιωμένη ισοτιμία και σταθερό επιτόκιο.
Ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, η ισοτιμία μετατροπής μπορεί να είναι βελτιωμένη από 15% έως και 50% σε σχέση με την τρέχουσα, ενώ το επιτόκιο μετά τη μετατροπή διαμορφώνεται από 2,30% έως 2,90%, πλέον της εισφοράς του Ν.128/1975.
Η μετατροπή βάζει ουσιαστικά τέλος στον συναλλαγματικό κίνδυνο του ελβετικού φράγκου, μειώνει το οφειλόμενο κεφάλαιο βάσει της ευνοϊκότερης ισοτιμίας και μετατρέπει τη δόση σε σταθερή για την υπόλοιπη διάρκεια του δανείου. Ωστόσο, ο δανειολήπτης θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά την επιλογή του, καθώς μετά την υποβολή της αίτησης μετατροπής αυτή δεν μπορεί να ακυρωθεί .
Ποιοι μπορούν να μπουν στη ρύθμιση
Για την υπαγωγή στο πλαίσιο πρέπει να πληρούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις.
Ο ενδιαφερόμενος πρέπει:
- να είναι φυσικό πρόσωπο, ιδιώτης ή επιτηδευματίας, ή να διατηρεί ατομική επιχείρηση,
- να διαθέτει δάνειο σε ελβετικό φράγκο το οποίο δεν έχει καταγγελθεί,
- να μην έχει ήδη υπαχθεί στη ρύθμιση του Ν.3869/2010.
Οι δανειολήπτες κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες, με διαφορετική βελτίωση της ισοτιμίας και διαφορετικό σταθερό επιτόκιο.
Οι τέσσερις κατηγορίες
Συγκεκριμένα προβλέπονται:
- Κατηγορία 1: βελτίωση της ισοτιμίας κατά 50% και σταθερό επιτόκιο 2,30%.
- Κατηγορία 2: βελτίωση κατά 30% και επιτόκιο 2,50%.
- Κατηγορία 3: βελτίωση κατά 20% και επιτόκιο 2,70%.
- Κατηγορία 4: βελτίωση κατά 15% και επιτόκιο 2,90%.
Σε όλες τις περιπτώσεις προστίθεται η εισφορά του Ν.128/1975.
Για τις τρεις πρώτες κατηγορίες εφαρμόζονται εισοδηματικά, περιουσιακά και καταθετικά κριτήρια. Αντίθετα, στην Κατηγορία 4 δεν υπάρχουν εισοδηματικά ή περιουσιακά όρια.
Τα όρια για την Κατηγορία 1
Στην πρώτη και ευνοϊκότερη κατηγορία, όπου προβλέπεται βελτίωση της ισοτιμίας κατά 50%, τα όρια διαμορφώνονται ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Για μονοπρόσωπο νοικοκυριό προβλέπεται εισόδημα έως 7.500 ευρώ, ακίνητη περιουσία έως 125.000 ευρώ και καταθέσεις έως 7.500 ευρώ.
Για νοικοκυριό δύο ατόμων τα αντίστοιχα όρια είναι 11.000 ευρώ εισόδημα, 140.000 ευρώ ακίνητη περιουσία και 11.000 ευρώ καταθέσεις.
Για νοικοκυριό τριών μελών τα όρια ανεβαίνουν σε 14.500, 155.000 και 14.500 ευρώ αντίστοιχα, ενώ για τέσσερα μέλη σε 18.000, 170.000 και 18.000 ευρώ.
Για νοικοκυριά πέντε ή περισσότερων μελών, το εισοδηματικό όριο διαμορφώνεται στις 22.000 ευρώ, η ακίνητη περιουσία στις 185.000 ευρώ και οι καταθέσεις στις 22.000 ευρώ.
Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για δανειολήπτες με πιστοποιημένη αναπηρία τουλάχιστον 67%, οι οποίοι εντάσσονται αυτομάτως στην Κατηγορία 1 χωρίς έλεγχο εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων.
Τι ισχύει στις Κατηγορίες 2 και 3
Στην Κατηγορία 2 τα όρια είναι υψηλότερα. Ειδικότερα, για ένα άτομο το εισόδημα μπορεί να φθάνει έως 9.375 ευρώ, η ακίνητη περιουσία έως 156.250 ευρώ και οι καταθέσεις έως 9.375 ευρώ.
Για οικογένειες πέντε ή περισσότερων μελών τα αντίστοιχα ανώτατα όρια φθάνουν τις 23.375 ευρώ εισόδημα, 216.250 ευρώ ακίνητη περιουσία και 23.375 ευρώ καταθέσεις.
Στην Κατηγορία 3, για μονοπρόσωπο νοικοκυριό τα όρια διαμορφώνονται σε 11.250 ευρώ εισόδημα, 187.500 ευρώ ακίνητη περιουσία και 11.250 ευρώ καταθέσεις.
Για νοικοκυριά πέντε ή περισσότερων μελών φθάνουν αντίστοιχα τις 25.250 ευρώ, 247.500 ευρώ και 25.250 ευρώ.
Όποιος δεν πληροί τα κριτήρια των τριών πρώτων κατηγοριών μπορεί να υπαχθεί στην Κατηγορία 4, χωρίς έλεγχο εισοδήματος, περιουσίας ή καταθέσεων.
Τι πρέπει να κάνουν έως τις 30 Σεπτεμβρίου
Για όσους επιδιώκουν να ενταχθούν στις Κατηγορίες 1, 2 ή 3, το πρώτο βήμα είναι η ηλεκτρονική αίτηση μέσω της πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.
Η πλατφόρμα αντλεί ηλεκτρονικά πληροφορίες για το εισόδημα, τις φορολογικές δηλώσεις, την ακίνητη περιουσία και τις τραπεζικές καταθέσεις του ενδιαφερομένου και εκδίδει τη σχετική Βεβαίωση Κατάταξης. Δεν απαιτείται από τον δανειολήπτη να ανεβάσει ο ίδιος τα συγκεκριμένα δικαιολογητικά, αλλά θα πρέπει να συναινέσει στην άντληση των στοιχείων και στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου.
Εάν δεν δοθεί η συγκεκριμένη συναίνεση, σύμφωνα με την ενημέρωση της Eurobank, ο δανειολήπτης κατατάσσεται στην Κατηγορία 4.
Μετά την έκδοση της βεβαίωσης, ο δανειολήπτης απευθύνεται στην τράπεζα ή στον διαχειριστή της οφειλής του προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετατροπή.
Για την Κατηγορία 4 δεν απαιτείται Βεβαίωση Κατάταξης και ο δανειολήπτης μπορεί να κινηθεί απευθείας προς την τράπεζά του έως τις 30 Σεπτεμβρίου.
Ποια δικαιολογητικά θα χρειαστούν
Για όσους ανήκουν στις τρεις πρώτες κατηγορίες απαιτείται στο ραντεβού στην τράπεζα:
- η Βεβαίωση Κατάταξης που έχει εκδοθεί από την πλατφόρμα,
- το πιο πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα.
Η τράπεζα αναφέρει ότι είναι επίσης χρήσιμο να υπάρχουν διαθέσιμα τα εκκαθαριστικά όλων των προσώπων που εμπλέκονται στο δάνειο.
Για την Κατηγορία 4 απαιτείται το πιο πρόσφατο εκκαθαριστικό, χωρίς να χρειάζεται Βεβαίωση Κατάταξης.
Εάν την αίτηση επιθυμεί να υποβάλει εγγυητής, απαιτείται γραπτή συναίνεση ή φυσική παρουσία τουλάχιστον ενός από τους δανειολήπτες.
Επιμήκυνση έως πέντε χρόνια για χαμηλότερη δόση
Η ρύθμιση επιτρέπει παράλληλα στον δανειολήπτη να ζητήσει παράταση της υπολειπόμενης διάρκειας του δανείου έως πέντε χρόνια, ώστε να μειωθεί περαιτέρω η μηνιαία δόση.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο βασικοί περιορισμοί.
Ο νεότερος δανειολήπτης δεν θα πρέπει να έχει ξεπεράσει το 80ό έτος της ηλικίας του κατά τη λήξη της νέας σύμβασης, ενώ η συνολική επιμήκυνση δεν μπορεί να ξεπερνά το 50% της υπολειπόμενης διάρκειας που είχε το δάνειο πριν από τη μετατροπή.
Πώς υπολογίζεται η νέα ισοτιμία
Η μετατροπή δεν γίνεται με κάποια προκαθορισμένη ισοτιμία της ημέρας κατά την οποία ψηφίστηκε ο νόμος.
Ως βάση χρησιμοποιείται η επίσημη ισοτιμία αναφοράς ευρώ-ελβετικού φράγκου που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την ημέρα υποβολής της αίτησης. Πάνω σε αυτή εφαρμόζεται η βελτίωση 15%, 20%, 30% ή 50%, ανάλογα με την κατηγορία του δανειολήπτη.
Μετά τη μετατροπή, η οφειλή παύει να επηρεάζεται από οποιαδήποτε μελλοντική άνοδο ή πτώση του ελβετικού φράγκου.
Αυτό σημαίνει όμως και ότι, εάν στο μέλλον η ισοτιμία κινηθεί προς όφελος του ελβετικού φράγκου, ο δανειολήπτης που έχει ήδη μετατρέψει το δάνειο δεν θα επωφεληθεί, καθώς πλέον η οφειλή του θα είναι αποκλειστικά σε ευρώ.
Μπορεί να εξοφληθεί νωρίτερα χωρίς κόστος
Μετά τη μετατροπή ο δανειολήπτης μπορεί, σύμφωνα με την Eurobank, να προχωρήσει σε μερική ή ολική πρόωρη αποπληρωμή χωρίς πρόσθετο κόστος.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η τράπεζα ενημερώνει τον πελάτη για το νέο συνολικό ποσό της οφειλής σε ευρώ και το ύψος της νέας μηνιαίας δόσης, ενώ εκδίδεται και νέος πίνακας αποπληρωμής.
Το κρίσιμο για τους ενδιαφερομένους είναι να εξετάσουν εγκαίρως σε ποια κατηγορία μπορούν να ενταχθούν και να μην αφήσουν να παρέλθει η 30ή Σεπτεμβρίου 2026, καθώς πρόκειται για την καταληκτική ημερομηνία ενεργοποίησης της διαδικασίας.