Νέα μελέτη δείχνει πώς τα ακατάστατα γεύματα συνδέονται με την κατάθλιψη

NEWSROOM
Διατροφικές συνήθειες
Διατροφικές συνήθειες/ φωτο: UNSPLASH

Η σταθερότητα στο πότε επιλέγουμε να τρώμε τα γεύματά μας, αλλά και οι διατροφικές συνήθειες που υιοθετούμε στην καθημερινότητά μας, φαίνεται πως διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο για την ψυχική υγεία απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Journal of Affective Disorders, οι ακανόνιστες ώρες γευμάτων δεν επηρεάζουν μόνο τον μεταβολισμό ή το σωματικό βάρος, αλλά ενδέχεται να συνδέονται και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων.

Τα σημαντικότερα ευρήματα

Συγκεντρώνοντας και αναλύοντας δεδομένα από 21.568 ενήλικες που συμμετείχαν στην έρευνα Korea National Health and Nutrition Examination Survey 2014-2022, την οποία διενήργησαν τα Κορεατικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, οι ερευνητές εντόπισαν ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στη συχνότητα των γευμάτων και την ψυχολογική ευεξία.

Συγκεκριμένα, από την ανάλυση προέκυψε ότι όσοι δεν είχαν σταθερότητα στα βασικά γεύματα της ημέρας εμφάνιζαν περίπου 55% υψηλότερες πιθανότητες καταθλιπτικών συμπτωμάτων, σε σύγκριση με άτομα που ακολουθούσαν πιο τακτικό διατροφικό πρόγραμμα.

Την ίδια στιγμή η παραπάνω διαπίστωση δεν αφορά μόνο το αν κάποιος τρώει «σωστά», αλλά και το πότε τρώει. Ειδικότερα, η παράλειψη γευμάτων, οι μεγάλες αποκλίσεις στις ώρες φαγητού και ιδιαίτερα η συχνή παράλειψη πρωινού φάνηκε να επιβαρύνουν τη συνολική εικόνα. Αντίθετα, η μεγαλύτερη ποικιλία στη διατροφή φαίνεται πως λειτουργεί μετριαστικά, περιορίζοντας σε έναν βαθμό τις αρνητικές συνέπειες των ακανόνιστων γευμάτων.

Οι συνέπειες της παράλειψης γευμάτων

Οι ισχυρότερες συσχετίσεις καταγράφηκαν κυρίως σε άνδρες, καπνιστές και άτομα που συνηθίζουν να τρώνε αργά το βράδυ. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η αστάθεια στα γεύματα μπορεί να απορρυθμίζει τους κιρκάδιους ρυθμούς, δηλαδή το εσωτερικό «ρολόι» του οργανισμού, επηρεάζοντας ορμόνες που σχετίζονται με τη διάθεση, όπως η μελατονίνη και η κορτιζόλη.

Παράλληλα, τα ακανόνιστα διατροφικά μοτίβα συχνά συνοδεύονται από χαμηλότερη πρόσληψη θρεπτικών συστατικών που έχουν συνδεθεί με τη ρύθμιση της διάθεσης, όπως οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, οι φυτικές ίνες και τα αντιοξειδωτικά. Δεν αποκλείεται επίσης το ασταθές πρόγραμμα φαγητού να αντανακλά μια πιο αποδιοργανωμένη καθημερινότητα ή ακόμη και τάσεις κοινωνικής απόσυρσης, παράγοντες που σχετίζονται με την επιδείνωση της ψυχικής υγείας.

Οι συγγραφείς της μελέτης, πάντως, υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δείχνουν συσχέτιση και όχι απόδειξη αιτιώδους σχέσης. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί ακόμη να ειπωθεί με βεβαιότητα αν τα ακανόνιστα γεύματα αυξάνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης, αν η κατάθλιψη οδηγεί σε πιο άστατες διατροφικές συνήθειες ή αν τα δύο φαινόμενα αλληλοτροφοδοτούνται.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ψυχική υγεία απασχολεί όλο και περισσότερο τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή, με το άγχος και την κατάθλιψη να συγκαταλέγονται στις συχνότερες.

Η μελέτη δεν προτείνει ότι ένα σταθερό πρωινό ή ένα πιο τακτικό πρόγραμμα γευμάτων μπορεί από μόνο του να αποτρέψει την κατάθλιψη. Ωστόσο, ενισχύει την άποψη ότι οι καθημερινές συνήθειες, όπως ο ύπνος, η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα και η κοινωνική ρουτίνα μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη και στη συνολική φροντίδα της ψυχικής υγείας.

Το βασικό μήνυμα των ερευνητών είναι πρακτικό: η σταθερότητα στα γεύματα, η αποφυγή συχνής παράλειψης πρωινού και η μεγαλύτερη διατροφική ποικιλία θα μπορούσαν να αποτελέσουν απλές, μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις που αξίζει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ψυχική ευεξία.

ΣΧΕΤΙΚΑ