Πόσα χρήματα θα κοστίσει στην παγκόσμια οικονομία ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή

NEWSROOM
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η ενεργειακή κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά πλήττει σημαντικά την παγκόσμια οικονομία, με τα νοικοκυριά και τις ευάλωτες χώρες να υφίστανται τις βαρύτερες συνέπειες, την ώρα που οι πετρελαϊκοί κολοσσοί καταγράφουν εκρηκτική άνοδο κερδών.

Η κρίση πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επιβάλει πρόσθετο κόστος που μπορεί να φτάσει έως και το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια στην παγκόσμια οικονομία, ενώ οι πετρελαϊκές εταιρείες αποκομίζουν θεαματικά κέρδη από την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων, σύμφωνα με ανάλυση του οργανισμού εκστρατείας για το κλίμα 350.org, την οποία αναδημοσίευσε η βρετανική εφημερίδα Guardian.

Η άνιση κατανομή κινδύνου και ανταμοιβής αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα, εν μέσω αυξανόμενης ανησυχίας ότι η επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν εντείνει την ανισότητα, τη φτώχεια και την επισιτιστική ανασφάλεια, σε έναν κόσμο που παραμένει βαθιά εξαρτημένος από τα ορυκτά καύσιμα.

Ακόμη και στην περίπτωση που το Στενό του Ορμούζ επανέλθει σύντομα σε πλήρη λειτουργία, το κόστος από τις αυξημένες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 600 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα οποία ανέλυσε το 350.org.

Εάν, ωστόσο, οι διαταραχές στον εφοδιασμό παραταθούν, το συνολικό οικονομικό πλήγμα για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις ενδέχεται να ξεπεράσει το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια.

Το ποσό αυτό πιθανότατα είναι υποτιμημένο, καθώς στις εκτιμήσεις αυτές δεν συνυπολογίζουν δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η άνοδος του πληθωρισμού, η αύξηση του κόστους λιπασμάτων και τροφίμων, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και η πίεση στην απασχόληση.

Σε πλήρη αντίθεση με την επιβάρυνση που υφίστανται κοινωνίες και οικονομίες, οι πετρελαϊκές εταιρείες -ιδίως όσες δραστηριοποιούνται εκτός της άμεσης ζώνης κινδύνου στον Περσικό Κόλπο- επωφελούνται σημαντικά από τη συγκυρία. Ενδεικτικά, η BP ανακοίνωσε την Τρίτη ότι τα κέρδη της για το πρώτο τρίμηνο του 2026 υπερδιπλασιάστηκαν, λόγω της ανόδου των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου ως απόρροια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Η Αν Τζελέμα, διευθύνουσα σύμβουλος του 350.org, δήλωσε ότι «τις επόμενες ημέρες, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες θα ανακοινώσουν αστρονομικά κέρδη για το πρώτο τρίμηνο, πολλά από τα οποία θα προέλθουν από έναν πόλεμο που έχει ήδη σκοτώσει χιλιάδες και έχει οδηγήσει σε φτώχεια εκατομμύρια. Ακόμα κι αν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν ξανά, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό θα συνεχίσει να ρέει στα ταμεία πετρελαίου εις βάρος των απλών ανθρώπων που ήδη αγωνίζονται να αγοράσουν καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και τρόφιμα».

Στο τραπέζι η φορολόγηση των πετρελαϊκών

Η οργάνωση 350.org ζητά την άμεση επιβολή έκτακτου φόρου στην αισχροκέρδεια των πετρελαϊκών εταιρειών, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε μέτρα κοινωνικής προστασίας και σε επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες είναι φθηνότερες, καθαρότερες και πιο αξιόπιστες σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα.

Οι εκκλήσεις αυτές επαναλήφθηκαν στο πρώτο διεθνές συνέδριο για τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα, που πραγματοποιήθηκε στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας, με τη συμμετοχή περισσότερων από 50 χωρών, δεκάδων περιφερειακών κυβερνήσεων και χιλιάδων εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίοι αναζητούν τρόπους απεξάρτησης από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον άνθρακα.

Στο περιθώριο του συνεδρίου, εκατοντάδες ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων και εκπρόσωποι αυτοχθόνων κοινοτήτων, διαδήλωσαν στους δρόμους της Σάντα Μάρτα με συνθήματα όπως «Τέλος το πετρέλαιο» και «Ένας άλλος τρόπος είναι εφικτός». Παράλληλα, προχώρησαν σε ολιγόωρο αποκλεισμό του λιμανιού άνθρακα Ντάμοντ, ενός από τα μεγαλύτερα στη Νότια Αμερική, ενώ η Greenpeace δημιούργησε ένα τεράστιο μήνυμα στην άμμο κοντινής παραλίας της Καραϊβικής που έγραφε: «Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τροφοδοτούν την ειρήνη. Τέλος στα ορυκτά καύσιμα».

Σήμα κινδύνου από κυβερνήσεις

Πολλοί εκπρόσωποι κυβερνήσεων δήλωσαν ότι ο λαός τους ήδη υπέφερε από ελλείψεις και δυσκολίες. «Κηρύσσαμε κατάσταση έκτακτης ανάγκης 90 ημερών τον Μάρτιο λόγω της κρίσης των ορυκτών καυσίμων», δήλωσε η Τίνα Στέγκε, απεσταλμένη για το κλίμα των Νήσων Μάρσαλ. «Η κυβέρνηση κλείνει τώρα στις 3 μ.μ. κάθε μέρα για να εξοικονομήσει ενέργεια. Και καθώς η κρίση συνεχίζεται, είμαστε αναγκασμένοι να εξετάσουμε περαιτέρω μέτρα για τη μείωση των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων έργων υποδομών που επικεντρώνονται στην ανθεκτικότητα, όπως οι κυματοθραύστες και οι αναβαθμίσεις των αεροδρομίων. Θέλουμε τα τρισεκατομμύρια που διατίθενται για την υποστήριξη των ορυκτών καυσίμων να δαπανηθούν σε ενεργειακά ασφαλείς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».

Ο Τσιπιλίρο Μπινγκαντζίρα, αναπληρωτής υπουργός φυσικών πόρων στο Μαλάουι, δήλωσε ότι η πετρελαϊκή κρίση επιδεινώνει το βιοτικό επίπεδο στη χώρα του, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν ήδη κάτω από το όριο της φτώχειας. Εκτός από την αύξηση του κόστους των μεταφορών και των τροφίμων, ανέφερε ότι η απότομη αύξηση των παγκόσμιων τιμών των καυσίμων αναγκάζει την κυβέρνηση να εξετάσει περικοπές στον προϋπολογισμό για την εκπαίδευση, ώστε να καλύψει τις πληρωμές του χρέους. «Ελπίζουμε ότι τα χρέη μπορούν να αναδιαρθρωθούν», τόνισε.

Μακροπρόθεσμα, πρόσθεσε, η κρίση είναι πιθανό να αναγκάσει σε επανεξέταση των ενεργειακών πολιτικών στην Αφρική. «Ακόμα κι αν ανοίξει ξανά το στενό του Ορμούζ, γνωρίζουμε ότι αυτό μπορεί να συμβεί ξανά ανά πάσα στιγμή. Επομένως, πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθούμε από τα ορυκτά καύσιμα», σημείωσε η ίδια.

Πολλά αφρικανικά έθνη έχουν αντιμετωπίσει την αύξηση της τιμής του πετρελαίου μειώνοντας τους φόρους στα καύσιμα, πράγμα που σημαίνει χαμηλότερα κυβερνητικά έσοδα για την υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές – ενώ στην πραγματικότητα παρέχουν επιδότηση στις πετρελαϊκές εταιρείες.

Η ομάδα Planetary Guardians, η οποία αποτελείται από πρώην πολιτικούς, επιστήμονες και ακτιβιστές, προειδοποίησε κατά της στήριξης βιομηχανιών που αποτελούν αιτία πολλών από τα παγκόσμια προβλήματα. Ακόμη και πριν από τον πόλεμο του Ιράν, υπολόγιζαν ότι οι κυβερνήσεις δαπανούσαν 1,9 εκατομμύρια δολάρια κάθε λεπτό, περίπου 1,05 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, επιδοτώντας το σύστημα ορυκτών καυσίμων.

Η Μέρι Ρόμπινσον, πρώην πρόεδρος της Ιρλανδίας, δήλωσε ότι «οι πολίτες πληρώνουν γι’ αυτό τρεις φορές: στην αντλία βενζίνης, μέσω φόρων και μέσω της ζημιάς που προκαλούν τα ορυκτά καύσιμα στη δημόσια υγεία, τον πλανήτη και τις οικονομίες».

ΣΧΕΤΙΚΑ