Πόσο εύθραυστη είναι η δημοσιονομική ισορροπία; Οι 4 παράγοντες που απειλούν και τα “φαντάσματα” της προ ευρώ περιόδου

Φωτογραφία: Shutterstock

Η σύγκριση των βασικών δεικτών μεταξύ 2009 και 2025 αποκαλύπτει μία από τις πιο εντυπωσιακές μακροοικονομικές αναστροφές της Ευρωζώνης. Υπάρχει, όμως, κίνδυνος πισωγυρίσματος;  

Στο ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει μελέτη του ΚΕΦΙΜ, αναδεικνύοντας τις τέσσερις προκλήσεις που έχει μπροστά της η χώρα, όπου πρακτικά θα απαντηθεί αν η Ελλάδα έμαθε από τα παθήματα της ή αν θα επαναληφθούν τα λάθη του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος.  

Οι προκλήσεις  

Σύμφωνα με τη μελέτη, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η ύπαρξη του κάθε κινδύνου μεμονωμένα, αλλά η χρονική σύμπτωσή αυτών των τεσσάρων προκλήσεων σε ένα παράθυρο τριών ετών (2026- 2028), σε μια περίοδο όπου ταυτόχρονα αλλάζει και το συνολικό πλαίσιο χρηματοδότησης της χώρας. 

1. Η λήξη του ΤΑΑ και η αναμενόμενη επιβράδυνση των δημόσιων επενδύσεων

Η χρηματοδότηση μέσω ΤΑΑ ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο. Η Ελλάδα έχει λάβει 24,6 δισ. ευρώ ή 68,5% της συνολικής κατανομής των 35,95 δισ. ευρώ, με το 53% των ορόσημων εκπληρωμένα. Αυτές οι ροές έχουν συμβάλει κατ’ εκτίμηση 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης.  

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι δημόσιες επενδύσεις θα μειωθούν κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μετά τη λήξη, μια απότομη πτώση που δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς η ιδιωτική επένδυση παραμένει 24% κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα. Η οικονομία δεν έχει αποδείξει ακόμη ότι μπορεί να αναπτύσσεται με ρυθμό άνω του 2% χωρίς τη στήριξη των ευρωπαϊκών πόρων. 

2. Το νέο επεκτατικό δημοσιονομικό πακέτ

Το επεκτατικό πακέτο 2026–2027 περιλαμβάνει μειώσεις φόρου εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ, καθώς και αυξήσεις συντάξεων και μισθών δημοσίου. Το συνολικό κόστος εκτιμάται στο 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και 0,8% του ΑΕΠ το 2027.  

Το πακέτο εμφανίζει τρία δομικά προβλήματα. Πρώτον, είναι φιλοκυκλικό, δηλαδή ακολουθεί την πορεία του οικονομικού κύκλου. Εισάγεται τη στιγμή που η οικονομία ήδη υπεραποδίδει, σε αντίθεση με τη δημοσιονομική θεωρία που υπαγορεύει συγκράτηση σε περιόδους ευνοϊκής συγκυρίας. Δεύτερον, είναι ασύμμετρο: δημιουργεί μόνιμες δαπάνες, δηλαδή συντάξεις και μισθούς, που χρηματοδοτούνται από κυκλικά έσοδα τα οποία δεν είναι εγγυημένα για το 2027–2028. Τρίτον, αναβιώνει ένα ιστορικό μοτίβο: τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας αμέσως μετά την επίτευξη οικονομικού στόχου.  

3. Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις και ο φαύλος κύκλος κράτους–τραπεζών

Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις στο 44,6% του CET1 διατηρούν μια έμμεση διασύνδεση κράτους–τραπεζών που λειτουργεί αμφίδρομα. Σε σενάριο δημοσιονομικής επιδείνωσης, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και πίεση στους ισολογισμούς τους, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα ενεργοποίησης των Αναβαλλόμενων Φορολογικών Απαιτήσεων και επιβαρύνει περαιτέρω τον προϋπολογισμό. Ο στόχος των τραπεζών είναι η μείωση στο 25%–30% του CET1 έως το 2030, με βάση τα προγράμματα κερδοφορίας που έχουν συμφωνηθεί με τον SSM. Πάρα ταύτα, το 2026 παραμένουν σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. 

4. Συνταξιοδοτικό Σύστημα- Η αθέατη δημοσιονομική υποχρέωση

Το επίσημο χρέος 146,1% του ΑΕΠ υποεκτιμά το πραγματικό δημοσιονομικό βάρος, καθώς αγνοεί τη μεγαλύτερη μεσοπρόθεσμη δέσμευση των δημόσιων οικονομικών: τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις.  

Η Ελλάδα δαπανά περίπου 14% του ΑΕΠ ετησίως για συντάξεις, την τέταρτη υψηλότερη δαπάνη στην ΕΕ και 1,7 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά τις διαδοχικές μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας, η δαπάνη παραμένει διαρθρωτικά υψηλή. Πέρα από το ύψος της δαπάνης, εξίσου ανησυχητικός είναι ο τρόπος χρηματοδότησής της. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των χωρών της ΕΕ, η Ελλάδα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον πρώτο πυλώνα διανεμητικού χαρακτήρα: οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τους σημερινούς συνταξιούχους, χωρίς την ύπαρξη ενός αποταμιευτικού αποθέματος που να απορροφά κραδασμούς.  

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο ύψος συνταξιοδοτικών αποθεματικών ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ όλων των χωρών-μελών, με δεκαεπτά χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, να βρίσκονται κάτω από το 20% του ΑΕΠ. 

Τα αριθμητικά στοιχεία αποκαλύπτουν το βάθος της εξάρτησης. Σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων από τις Εισηγητικές Εκθέσεις Προϋπολογισμού 2018–2025 του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, την οποία διενήργησε το ΚΕΦΙΜ, περίπου το 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης χρηματοδοτείται άμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν οι μισές συντάξεις στην Ελλάδα δεν καλύπτονται από το ίδιο το ασφαλιστικό σύστημα αλλά από τη γενική φορολογία. Παράλληλα, οι προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι έως το 2029 η κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση των παροχών θα μπορούσε να προσεγγίσει το 62%, επιδείνωση που αντανακλά κυρίως τις δημογραφικές εξελίξεις.

Το κακό προηγούμενο  

Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, η Ελλάδα έχει ξαναζήσει παρόμοιο σενάριο. Μεταξύ 1996–2001 εφάρμοσε αυστηρή, εξωτερικά επιβεβλημένη, δημοσιονομική πειθαρχία με στόχο την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η ένταξη στην ΟΝΕ λειτούργησε τότε ως ισχυρός εξωτερικός μηχανισμός πειθαρχίας. Ωστόσο, μετά την επίτευξη του στόχου, η δημοσιονομική πολιτική έγινε σταδιακά πιο επεκτατική, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στις “μαύρες” ημέρες της οικονομικής κρίσης.  

“Το ιστορικό μοτίβο 1996–2004 αναβιώνει με ανησυχητική ακρίβεια. Η κρίσιμη διαφορά ανάμεσα σε δημοσιονομική επιτυχία και δημοσιονομική αξιοπιστία δεν βρίσκεται στα νούμερα, αλλά στη θεσμική εμπέδωση: στο κατά πόσο η πειθαρχία τηρείται επειδή υπάρχει εξωτερική πίεση ή επειδή έχει ενσωματωθεί στις εγχώριες πολιτικές επιλογές. Το παράθυρο 2026–2028 δεν αποτελεί απλώς ένα δημοσιονομικό τεστ· αποτελεί το τεστ του κατά πόσο η Ελλάδα έχει πραγματικά αλλάξει, ή αν απλώς εξαγόρασε χρόνο”, επισημαίνουν οι συντάκτες της μελέτης. 

ΣΧΕΤΙΚΑ