Θέρμανση: Καλοριφέρ, σόμπα ή τζάκι, ποιο ζεσταίνει καλύτερα
Λίγο πριν μπει ο χειμώνας για τα καλά, το ερώτημα που προβληματίζει για ακόμη μία χρονιά τα νοικοκυριά είναι ποιος τρόπος θέρμανσης ζεσταίνει καλύτερα και κοστίζει λιγότερο. Με το πετρέλαιο, το ρεύμα και το φυσικό αέριο να πιέζουν το πορτοφόλι, η επιλογή γίνεται δυσκολότερη.
Πέρα από την τιμή του καυσίμου, η σύγκριση ανάμεσα σε καλοριφέρ, σόμπα και τζάκι εξαρτάται από την απόδοση του συστήματος, το μέγεθος του χώρου και τη διαρρύθμιση του σπιτιού. Άλλες ανάγκες έχει ένα μικρό διαμέρισμα που κατοικείται λίγες ώρες την ημέρα και άλλες μια μονοκατοικία που πρέπει να παραμένει ζεστή από το πρωί έως το βράδυ.
Η πίεση στις τιμές είναι ήδη ορατή. Με βάση τα στοιχεία της αγοράς, η μέση λιανική τιμή του φυσικού αερίου τον Σεπτέμβριο διαμορφώνεται περίπου στα 0,110 ευρώ ανά κιλοβατώρα, από 0,0787 ευρώ έναν χρόνο πριν, αυξημένη κατά σχεδόν 40%. Στο ηλεκτρικό ρεύμα, η μέση χονδρεμπορική τιμή έχει ανέβει από τα 88,98 ευρώ/MWh τον Μάιο στα 159,92 ευρώ/MWh τον Σεπτέμβριο. Αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 80%. Η μεταβολή στη χονδρική, ωστόσο, δεν περνά αυτομάτως και στο ίδιο ποσοστό στον λογαριασμό κάθε νοικοκυριού. Πάντως το φυσικό αέριο παρουσιάζεται πιο ανταγωνιστικό, καθώς η επιβάρυνση είναι μικρότερη σε σχέση με το πετρέλαιο.
Καλοριφέρ: Πότε συμφέρει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο
Το καλοριφέρ παραμένει η πιο ολοκληρωμένη λύση όταν χρειάζεται να θερμανθούν καθημερινά πολλά δωμάτια. Η θερμότητα κατανέμεται σε όλο το σπίτι και η λειτουργία μπορεί να ρυθμιστεί με θερμοστάτη. Η τελική δαπάνη, όμως, εξαρτάται τόσο από την τιμή του καυσίμου όσο και από τη συντήρηση και την απόδοση του λέβητα.
Για το πετρέλαιο θέρμανσης, η σημερινή εκτίμηση που παραθέτουν οι παράγοντες της αγοράς φτάνει τα 1,92 ευρώ το λίτρο στην Αττική, εάν η περίοδος διάθεσης άρχιζε τώρα. Σε πανελλαδικό επίπεδο αναφέρονται 1,96–1,97 ευρώ το λίτρο, με διαφοροποιήσεις λόγω μεταφορικών και τοπικού ανταγωνισμού. Πρόκειται για εκτίμηση πριν από την έναρξη διάθεσης, όχι για οριστική τιμή εκκίνησης.
Με βάση την περσινή τιμή εκκίνησης των 1,10 ευρώ το λίτρο που δίνεται για την Αττική, τα 1,92 ευρώ αντιστοιχούν σε διαφορά 0,82 ευρώ ανά λίτρο. Έτσι, μια παραγγελία 500 λίτρων θα κόστιζε 960 ευρώ, έναντι 550 ευρώ με την περσινή τιμή: διαφορά 410 ευρώ. Η σύγκριση δείχνει το μέγεθος της πίεσης, χωρίς να προδικάζει την τιμή στην οποία θα αρχίσει τελικά η διάθεση.
Το φυσικό αέριο έχει επίσης ακριβύνει σημαντικά σε σχέση με πέρυσι. Εφόσον όμως ένα νοικοκυριό διαθέτει ήδη εγκατάσταση, παραμένει δυνητικά πιο ανταγωνιστικό από το πετρέλαιο. Η σωστή σύγκριση δεν γίνεται μόνο ανάμεσα στην τιμή της κιλοβατώρας αερίου και στην τιμή του λίτρου πετρελαίου, αλλά πρέπει να συνυπολογίζεται πόση από την ενέργεια κάθε καυσίμου μετατρέπεται πράγματι σε θερμότητα μέσα στο σπίτι.
Σημασία έχει ακόμη αν η θέρμανση είναι αυτόνομη ή κεντρική. Σε μια πολυκατοικία όπου ο καυστήρας λειτουργεί λίγες ώρες, ένα διαμέρισμα μπορεί να μην προλαβαίνει να ζεσταθεί επαρκώς, ακόμη κι αν το κόστος ανά μονάδα θερμότητας είναι σχετικά χαμηλό.
Σόμπα: Κατάλληλη για έναν χώρο, με προσοχή στην κατανάλωση
Για ένα νοικοκυριό που περνά τις περισσότερες ώρες στο καθιστικό, μια ξυλόσομπα ή σόμπα πέλετ μπορεί να είναι πρακτική λύση. Θερμαίνει τον χώρο όπου βρίσκεται, αλλά η ζέστη δεν φτάνει απαραίτητα με την ίδια ένταση σε δωμάτια που χωρίζονται με διαδρόμους ή κλειστές πόρτες. Πριν από την αγορά πρέπει επομένως να εξεταστούν τα τετραγωνικά που καλείται να καλύψει, η μόνωση και η θέση της συσκευής.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του powergame.gr για τα καυσόξυλα, στη Θεσσαλονίκη το πέλετ πωλείται περίπου 9 ευρώ ανά σακί 15 κιλών. Εάν ένα σακί διαρκεί μία έως δύο ημέρες, όπως εκτιμούν επαγγελματίες της αγοράς, το καύσιμο για 30 ημέρες θα κόστιζε ενδεικτικά 135 έως 270 ευρώ. Το εύρος είναι μεγάλο γιατί αλλάζουν οι ώρες λειτουργίας, η ρύθμιση της σόμπας και οι απώλειες θερμότητας του σπιτιού.
Στα ξύλα, οι τιμές στην Αττική κυμαίνονται από 120 έως 170 ευρώ το κυβικό μέτρο, με συνηθισμένη αναφορά κοντά στα 150 ευρώ. Για αγορά τεσσάρων έως πέντε κυβικών, αυτό σημαίνει περίπου 600–750 ευρώ στη μέση τιμή, προτού υπολογιστεί τυχόν κόστος μεταφοράς. Η δαπάνη αυτή δεν εγγυάται ότι η ποσότητα θα επαρκέσει για όλο τον χειμώνα: εξαρτάται από τη διάρκεια της περιόδου θέρμανσης και από το αν η σόμπα είναι η κύρια ή συμπληρωματική πηγή ζέστης.
Τζάκι: Η χαμηλή τιμή των ξύλων δεν λέει όλη την ιστορία
Στο τζάκι, η πιο κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα στο παραδοσιακό ανοιχτό και στο κλειστό ενεργειακό. Το πρώτο ζεσταίνει αισθητά κοντά στη φωτιά, αλλά χάνει μεγάλο μέρος της θερμότητας μέσω της καμινάδας. Ένα ενεργειακό τζάκι μπορεί να αξιοποιήσει καλύτερα τα ξύλα, αρκεί να έχει εγκατασταθεί σωστά και να είναι κατάλληλο για τον χώρο. Γι’ αυτό η τιμή αγοράς των ξύλων από μόνη της δεν αρκεί για να δείξει ποια λύση συμφέρει.
Υπάρχουν και μεγάλες τοπικές διαφορές. Στη Θεσσαλονίκη αναφέρονται τιμές 110–120 ευρώ ανά κυβικό μέτρο για οξιά ή δρυ, ενώ στην Καστοριά 150–160 ευρώ ανά τόνο, περίπου 10 ευρώ πάνω από πέρυσι. Κυβικό μέτρο και τόνος δεν συγκρίνονται απευθείας: για να αξιολογηθεί μια προσφορά χρειάζεται να γνωρίζετε το είδος του ξύλου, την ποσότητα και πόσο καλά έχει στεγνώσει.
Τα υγρά ξύλα αποδίδουν λιγότερη χρήσιμη θερμότητα και παράγουν περισσότερο καπνό. Πριν λειτουργήσει σόμπα ή τζάκι, χρειάζεται έλεγχος της καμινάδας και της συσκευής. Η αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος συνιστά στεγνά ξύλα, με υγρασία κάτω από 20%, ετήσιο έλεγχο και ανιχνευτές καπνού και μονοξειδίου του άνθρακα.
Ποια είναι, τελικά, η καλύτερη επιλογή; Αν πρέπει να μένει ζεστό όλο το σπίτι, το καλοριφέρ εξασφαλίζει πιο ομοιόμορφη θέρμανση. Αν χρησιμοποιείται κυρίως ένα δωμάτιο, η σόμπα μπορεί να περιορίσει τη θέρμανση εκεί όπου χρειάζεται. Το ανοιχτό τζάκι λειτουργεί καλύτερα συμπληρωματικά, ενώ το ενεργειακό αξίζει να εξεταστεί με βάση την απόδοση και το κόστος εγκατάστασής του. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μόνωση, η συντήρηση και οι ώρες χρήσης μπορούν να αλλάξουν περισσότερο τον τελικό λογαριασμό από μια μικρή διαφορά στην τιμή του καυσίμου.