Το στοίχημα της ακρίβειας: Ενεργοποιείται σήμερα η “συμφωνία κυρίων”- “Αγκάθι” το κόστος στέγασης

Τρόφιμα, πληθωρισμός / φωτο: INTIME

Αποκαλυπτήρια σήμερα στον φάκελο των προϊόντων, τα οποία θα διατίθενται με μειωμένες τιμές κατ’ αρχάς για ένα δίμηνο, με την προοπτική αυτές ή νέες μειώσεις να καλύψουν και το τελευταίο δίμηνο του έτους, άρα και τις εορταστικές δαπάνες.  

Τα έως τώρα στοιχεία δείχνουν ότι μιλάμε για τουλάχιστον 1.660 κωδικούς ειδών ευρείας κατανάλωσης, μεταξύ των οποίων και σχολικά είδη, τα οποία θα πωλούνται με μειώσεις από 5% ως 30%. Αυτά είναι τα καλά νέα. Τα όχι και τόσο καλά νέα είναι ότι στα βασικά είδη διατροφής, αυτά δηλαδή που “καίνε” τα περισσότερα νοικοκυριά, οι μειώσεις δεν έπιασαν διψήφιο ποσοστό, καθώς ως επί το πλείστον οι προμηθευτές “έδωσαν” μειώσεις 5-7%, στις οποίες προστέθηκαν 1-2 ποσοστιαίες μονάδες από τα super markets. Το πρόβλημα είναι ότι ενώ οι μειώσεις των προμηθευτών είναι οριζόντιες, οι μειώσεις των super markets διαφέρουν ανά αλυσίδα, άρα οι καταναλωτές θα πρέπει να κάνουν έρευνα αγοράς πριν αποφασίσουν μείζονες αγορές.  

Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, ακόμα κι έτσι, οι μειώσεις αυτές είναι μεγαλύτερες αλλά και πιο στοχευμένες, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή πρωτοβουλία, όπου στο “πακέτο” των 2.200 κωδικών, τα μισά είδη δεν ήταν τρόφιμα.  

Το “βάρος” της ακρίβειας και του κόστους στέγασης  

Αυτό που αναγνωρίζουν στο οικονομικό επιτελείο είναι ότι μόνο με πρωτοβουλίες όπως αυτή της “συμφωνίας κυρίων”, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η αίσθηση της ακρίβειας, που βαραίνει τα νοικοκυριά. Δεν μπορεί, άλλωστε, να αγνοήσει κανείς το ότι από το ξέσπασμα της πληθωριστικής κρίσης μέχρι σήμερα, οι αυξήσεις στα τρόφιμα φτάνουν σωρευτικά στο 40%, πάνω στις οποίες “κουμπώνουν” οι αυξήσεις στο κόστος ενέργειας.  

Επιπλέον, με την κρίση στη Μ. Ανατολή να επιβεβαιώνει τις δυσοίωνες προβλέψεις για παρατεταμένους κραδασμούς και το Ελ Νίνιο να απειλεί καλλιέργειες ανά τον κόσμο, ουδείς μπορεί να εφησυχάζει και να αναμένει ραγδαία αποκλιμάκωση των τιμών. Τουναντίον.  

Με αυτά τα δεδομένα, “χτίζεται” το “πακέτο” της ΔΕΘ, που θα στοχεύει στην άμεση και έμμεση αύξηση των εισοδημάτων, ως αντίβαρο στις πληθωριστικές πιέσεις, αν και ειδικά όσον αφορά στο κόστος στέγασης το πρόβλημα χαρακτηρίζεται σύνθετο και σίγουρα όχι άμεσα επιλύσιμο. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του Spitogatos, η μέση αύξηση ενοικίου στην Αθήνα το β΄τρίμηνο διαμορφώθηκε στο 4,5%, στη Θεσσαλονίκη στο 6,4% και στην υπόλοιπη Ελλάδα στο 7,1%. Ωστόσο ακόμα κι αυτά δεν αποτυπώνουν όλη την εικόνα, καθώς ανά περιοχή οι αυξήσεις είναι πολύ υψηλότερες από τον μέσο όρο. Για παράδειγμα, τα ενοίκια στα προάστια του Πειραιά “έτρεξαν” με 7,9%, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με 10%, στη Λακωνία με 25,8%!

Υψηλό το κόστος ζωής  

Λίαν αποκαλυπτική είναι η πανευρωπαϊκή έρευνα της Tradingpedia για το κόστος ζωής σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου ενώ η Αθήνα σε πρώτη ανάγνωση δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτές, όταν προστεθεί στην εξίσωση ο παράγοντας “εισόδημα”, η εικόνα αλλάζει πλήρως.  

Όπως σημειώνει η έρευνα, η σύγκριση των τιμών από μόνη της μπορεί να είναι παραπλανητική, επειδή ο πραγματικός αντίκτυπος του κόστους διαβίωσης εξαρτάται από το πόσα κερδίζουν οι άνθρωποι τοπικά. Μια πόλη μπορεί να φαίνεται «φθηνή» στα χαρτιά, αλλά αν οι μέσοι μισθοί είναι χαμηλοί, τα καθημερινά έξοδα μπορούν να καταναλώσουν ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των κατοίκων. Η εξέταση του τοπικού εισοδήματος σε συνδυασμό με τις τιμές μετρά την προσιτότητα - δείχνοντας πόσο προσιτές είναι στην πραγματικότητα η στέγαση, τα τρόφιμα, οι μεταφορές ή η αναψυχή για τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Στην Ευρώπη, ειδικότερα, αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, επειδή ενώ οι τιμές καταναλωτή σε πολλούς τομείς είναι πλέον πολύ παρόμοιες σε ολόκληρη την ήπειρο, οι μισθοί ποικίλλουν δραματικά. 

Με αυτά τα δεδομένα, η Αθήνα είναι η 3η λιγότερη προσιτή πόλη, με εκτιμώμενα μηνιαία έξοδα διαβίωσης 1.151 ευρώ, τα οποία καταναλώνουν εξ ολοκλήρου τον μέσο μηνιαίο μισθό της πόλης, ο οποίος ανέρχεται σε 1.157 ευρώ. Η στέγαση παραμένει σχετικά ακριβή σε σύγκριση με τα τοπικά εισοδήματα, με κόστος περίπου 685 ευρώ το μήνα, ενώ το κόστος για φαγητό έξω και διασκέδαση είναι από τα υψηλότερα στη Νότια Ευρώπη, με περίπου 249 ευρώ το μήνα. Παρά τη διαρκή ελκυστικότητα της ελληνικής πρωτεύουσας και τις συγκριτικά μέτριες τιμές για τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, η τοπική αγοραστική δύναμη παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη. 

ΣΧΕΤΙΚΑ